Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/7/13

Ο Φρίξος, η Γιούλα και η αυγόφετα

Ήταν που λες γύρω στο 2004-2005, όταν έφευγα από το σπίτι και έκανα 34 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα για ένα ιδιαίτερο κιθάρας...και χωρίς αυτοκίνητο. Δύο λεωφορεία να πάω, δυο να γυρίσω και ένα 4ωρο μέσα στο νερό γι' αυτό, το ένα ιδιαίτερο τότε (βάζω μέσα αναμονές, λεωφορεία που έτρεχα από πίσω να προλάβω, μάταια...κλπ). Χαλάλι! Έκανα μάθημα στον Φρίξο, στον μεγάλο γιο της Γιούλας.
Σε ένα από αυτά τα μαθήματα, φάγαμε ζόρι κι εγώ κι ο Φρίξος. Κανείς μας δεν έφταιγε. Όλο το βάρος πέφτει στις άχαρες ασκήσεις που δυστυχώς, ΕΠΡΕΠΕ να κάνουμε.
“Θα τις κάνουμε” εγώ,
“Όχι δεν θέλω, δεν μου αρέσουν” ο Φρίξος.
Κάπως έτσι πέρασε εκείνη η ώρα και μας βρήκε το τελείωμα, δυστυχείς και τους δυο. Πριν φύγω, περνάω από την κουζίνα, όπου η γλυκύτατη μαμά Γιούλα ήταν πάνω από ένα τηγάνι και ένα τσούρμο πιτσιρίκια στριφογύριζαν γύρω της σαν μέλισσες.
-Α τελειώσατε καλή μου?
...μου λεει η Γιούλα χαμογελαστή. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω...
-Έλα πριν φύγεις να σου δώσω μια αυγόφετα για το δρόμο!
Παίρνω την αυγόφετα και τα όσα κουράγια μου είχαν απομείνει από την μάχη Φρίξου-ασκήσεων και κατεβαίνω τα σκαλιά προβληματισμένη. Φτάνω στη στάση. Ερημιά. Κοιτάω την αυγόφετα. Πρώτη φορά έβλεπα. Δαγκώνω αδιάφορα. Αμαν! Δαγκώνω δεύτερη φορά...και τρίτη. Στην τέταρτη δαγκωνιά δεν υπήρχε πια αυγόφετα. Τι ήταν αυτό το πράγμα που έφαγα, αναρωτήθηκα με γουρλωμένο μάτι. Το λεωφορεία αργούσε και είχα μπει σε σοβαρές σκέψεις.
Να γυρίσω πίσω με την πρόφαση οτι κάτι ξέχασα, μπας και κεραστώ άλλο ένα από αυτό το θαύμα που το λένε αυγόφετα?
Να γυρίσω πίσω και ξεκάθαρα να πω “βάλε 5-6 σε ένα αλουμινόχαρτο γιατι έχω πάθει πολιτισμικογευστικό σοκ”?
Να φανώ εξιοπρεπείς και να παραμείνω στη στάση αναμένοντας το λεωφορείο και πλημμυρισμένη από οτι είχε απομείνει από την γεύση της αυγόφετας?
Έκανα το τρίτο...αλλά!!! Οταν επέστρεψα σπίτι άρχισα να περιγράφω τόσο δια τηλεφώνου όσο και με όποιον άλλο τρόπο είχα, σε όποιον έβρισκα γι αυτό που έτυχε στο δρόμο μου. Την αυγόφετα. Μιλούσα γι αυτή ως σαν να ήταν ότι πιο θεσπέσιο είχε χτυπήσει ποτέ τον ουρανίσκο μου. Οι αντιδράσεις δεν ήταν αυτές που περίμενα. Όλοι ήξεραν την αυγόφετα εξ απαλών ονύχων. Ε εντάξει λεω, θα είναι σπεσιαλιτέ της περιοχής. Εμείς στην Αθήνα δεν τα ξέραμε αυτά.
Πέρασε ο καιρός και πως θυμάμαι και ανοίγω κουβέντα με τα αδέλφια όταν βρεθήκαμε.
-Α ναι ρε συ Βάγια! Αυγόφετες μας έφτιαχνε η γιαγιά μερικές φορές. Ωραίες ε?
Τι ήταν να το ακούσω! Τέτοιο θράσος? Εμένα η γιαγιά γιατί δεν μου έφτιαξε ΠΟΤΕ αυγόφετα? Μου λες? Το ξεπερνώ με δυσκολία και περνάει και πάλι καιρός όπου βρίσκομαι με τον μπαμπά μου και το θέμα <<αυγόφετα>> επανέρχεται στο προσκήνιο.
-Αααα αυγόφετες ε!! Μας τις έφτιαχνε η γιαγιά σου απ' όταν ήμασταν πιτσιρίκια για πρωινό. Και τώρα κάνει καμια φορά.
Σοβαρεύω αυτόματα και το μόνο που καταφέρνω να πω είναι ένα “μάλιστα” με μορφασμό έντονου προβληματισμού. Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει και με είχε πλημμυρίζει με μορφή ΚΑΤΑΦΟΡΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ. Δεν φτάνει που μου στέρησαν τόσο χρόνια την απόλαυση της αυγόφετας, μου στερούσαν συστηματικά ΟΛΟΙ και την απόλαυση της περιγραφής αυτού του πράγματος, αντιμετωπίζοντας το ως κάτι φυσικολογικό και πολλάκις δοκιμασμένο.

Ήθελα κλείνοντας λοιπόν να ευχαριστήσω την Γιούλα και τον Φρίξο για ότι μου πρόσφεραν σε σχέση με τους γευστικούς μου ορίζοντες και να πω ένα “Θεος σχωρέστες” για τις αυγόφετες που εν είδει δεκατιάνου (!) εξαφανίστηκαν πριν λίγο από το πιάτο...

10/4/13

Εκείνο το παιδί



...εκείνη η μελαγχολία του λούνα παρκ.
Εκείνη η αμηχανία εκείνου του παιδιού σε εκείνη την φρέσκια ηλικία,
με εκείνη την αγωνία να δείχνει πάντα πως ναι, περνάει καλά.

Εκείνο το παιδί...Τσαλακωμένο και κομμένο στα δυο.
Δυο γονείς, δυο κομμάτια.

Που περίμενε την ώρα εκείνη να ανέβει στην μεγάλη ρόδα.
Κι όταν φτάσει ψηλά, πολύ ψηλά,
να προλάβει να αφήσει ένα μικροσκοπικό δάκρυ να το πάρει ο αέρας.
Εκείνος ο αέρας ο σύντροφος, που στέγνωνε το μάγουλο μέχρι το βαγόνι να
επιστρέψει στο έδαφος.

Εκείνα τα μεσημέρια Κυριακής...κι εκείνη η αναμονή να περάσουν.
Κι εκείνος ο κόμπος στο λαιμό και η αγωνία...
να δείχνει πάντα πως ναι, περνάει καλά.

Εκείνο το παιδί που πρόσεχε πάντα να μην λερωθεί.
Να μην πεινάσει.
Να μην διψάσει.
Να μην ιδρώσει.
Να μην κουραστεί.
Να μην σε στεναχωρεί...

Εκείνο το παιδί.
Που σ' αγαπούσε.
Που του έλειπες.
Που σου έλειπε.
Που πνιγόταν απο πίκρα και απορία.
Όχι δεν περνούσε καλά εκείνο το παιδί...μα σ' αγαπούσε τόσο!!

20/6/10

Οδοιπορικό 700 χιλιόμετρα

                                                                                                                                                                          




Εφτά χρόνια πριν.



Κάποιος ταλαντούχος θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο για εκείνη την ημέρα. Εγώ θα αρκεστώ σε μερικές γραμμές. Γιατί το να θυμάται κανείς είναι χρήσιμο. Ακόμα και για τον επαναπροσδιορισμό των καταστάσεων που μέσα στα χρόνια έχουν χάσει ίσως το σχήμα τους.



Σχήμα…



19 Ιουνίου 2003

Μια μέρα δίχως σχήμα. Η εικόνα που ερχόταν ήταν σχεδόν οβάλ αλλά κάποιες σκέψεις, κάποιες στιγμές, της πρόσθεταν οξείες γωνίες, από αυτές που αν χρειαζόταν θα γίνονταν καταφύγιο.



Ήταν όλα έτοιμα από την προηγούμενη. Βαλίτσες φορτωμένες με ότι υπήρχε και δεν υπήρχε. Λες και δεν θα επέστρεφα ποτέ. Μα θα ήταν -αν όλα πήγαιναν καλά-μόνο 4 μέρες. Η ζεστή Πέμπτη είχε ξημερώσει επιτέλους. Στην τσάντα μου τα εισιτήρια τακτοποιημένα όσο καλύτερα γινόταν. Σταθμός Λαρίσης-Θεσσαλονίκη με το τραίνο. Θεσσαλονίκη-Καβάλα με λεωφορείο του ΚΤΕΛ. (Επίσης ένα Αεροπορικό εισιτήριο από Θεσσαλονίκη για Αθήνα στην πιο μικρή και βαθιά τσέπη που υπήρχε).

Μπήκα στο βαγόνι και κάθισα. Δίπλα μου δεν κάθισε κανείς. «Τι ωραία» είπα. Δεν θα με αποσπάσει τίποτα. Κι έτσι κι έγινε. Όσο το τραίνο ξεμάκραινε από την πόλη μου τόσο ξεμάκραινε και η αυτοπεποίθηση μου, η οποία έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήταν αρκετή. Τσιγάρα, καφές και το δανικό discman του αδελφού μου ήταν εξαίρετοι σύμμαχοι σε αυτό το ταξίδι. Το στρογγυλό καθρεφτάκι έβγαινε από την τσάντα κάθε δέκα λεπτά για να μου επιβεβαιώσει το πώς η ανασφάλεια είχε γίνει πια αρχηγός σε αυτό το έργο. «Ε όχι» σκέφτηκα, «ότι σκατά είναι να γίνει, θα γίνει». Το έβαλα ανάμεσα στα δυο καθίσματα. Σφιχτά. Δεν φαινόταν πια καθόλου. Ίσως να το έβρισκε κάποιος άλλος στο επόμενο ταξίδι αυτού του τραίνου και να του φαινόταν χρήσιμο.



Το πρώτο μισάωρο πέρασε με σκέψεις ηλίθιες. Μήπως ξέχασα κάτι? Μήπως δεν έγινε σωστή συνεννόηση και μπερδευτώ? Μήπως έχω πέσει τόσο έξω και αυτός που πάω να συναντήσω δεν είναι αυτός που πιστεύω? «Τι τα θες και τα σκαλίζεις» λέω. Τώρα το τραίνο δεν γύριζε πίσω. Θα πήγαινα κι ας έτρωγα τα μούτρα μου. Τα πήγαινε-έλα μου στο «Γρηγόρης-Μικρογεύματα»-τρία βαγόνια προς τα πίσω-γίνονταν όλο και πιο συχνά. Η ανάγκη μου να καπνίσω ήταν έντονη και ασταμάτητη. Κοιτούσα την ώρα συχνά. Περνούσε κανονικά. Ούτε αργά ούτε γρήγορα. Έρχονταν στιγμές που κι εγώ η ίδια δεν πίστευα την τρέλα που κουβαλούσα, όπως δεν την πίστευαν και οι δικοί μου, φίλοι…και «φίλοι». Άρχισαν να μου κρατάνε συντροφιά πειραχτικά μηνύματα στο κινητό μου. «Ακόμα στο ίδιο τραίνο είσαι? Δεν πήρες το πρώτο της επιστροφής?». «Έλα ρε τι αγχώνεσαι? Σιγά! Κοίτα να το απολαύσεις και μην σκέφτεσαι το μετά». Τα δεχόμουν όλα αβίαστα και απαντούσα-δεν θυμάμαι τι- με ένα ύφος μεθυσμένης χαζομάρας.



Είχαν περάσει ήδη δυο ώρες. Άκουγα για δεύτερη φορά την «Εκπομπή» με την Ελευθερία Αρβανιτάκη και τότε κόλλησα στο «Εγώ το μέλλον νοσταλγώ». Από τότε ως και την Θεσσαλονίκη έπαιζα στο repeat. Δεν μπορούσα να διαβάσω, να κοιμηθώ, να ξεχαστώ. Κολλημένη στο σχέδιο. Νόμιζα πως θα μπορούσα να τα οργανώσω τα πάντα έτσι ώστε να αποδειχθούν όλα ευχής έργον. ΜΠΟΥΡΔΕΣ. Χιλιάδες σκέψεις κατάστρωσης σχεδίου δράσεις αποδείχθηκαν περίτρανα τεράστιες ΜΠΟΥΡΔΕΣ. Ωστόσο μου κρατούσαν καλή παρέα. Ένιωθα πως είχα τον έλεγχο αυτών που θα ακολουθήσουν κι έτσι κρατούσα το κεφάλι μου ψηλά σε σημείο που κάποιες (αν και ελάχιστες φορές) έσκαγα κι ένα χαμόγελο σιγουριάς.



«Παρακαλούνται οι επιβάτες για Θεσσαλονίκη να ετοιμάζονται για αποβίβαση».



Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος μου σταθμός. Εύκολα τα πράγματα. Σταθμός του τραίνου-Πιάτσα των ταξί-Πρακτορείο ΚΤΕΛ. Ήξερα πως όσο κι αν γυρίσω το κεφάλι μου δεν θα σκαλώσει το μάτι σε κανέναν γνωστό. Έτσι σταμάτησα να κοιτάζω τον κόσμο. Δεν είχα και πολλή ώρα άλλωστε. Σε είκοσι λεπτά το λεωφορείο θα ξεκινούσε για τον τελευταίο μου σταθμό. Είκοσι λεπτά που πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, παρέα με έναν ελαφρύ στομαχόπονο, μάλλον από τους καφέδες και τα τσιγάρα.



Πολύ ωραία διαδρομή, σκεφτόμουν. Και όπως διαπίστωσα με τον καιρό, πράγματι είχα δίκιο. Βέβαια, η προσμονή μου να τον φτάσω, να τον δω, έδιναν μια νότα μαγείας σε όλα. Τα χρώματα ήταν πιο ζωντανά, οι κινήσεις σε όλα ήταν πιο αρμονικές, μέχρι και την βαρύτητα ένιωθα διαφορετική. Σαν να είχε ατονήσει πολύ και όλα σχεδόν να αιωρούνταν ένα εκατοστό από το έδαφος. Και μέσα στη μαγεία, ένα άγχος που άρχισε να κυριεύει το σώμα μου με παλινδρομικές γαστροοισοφαγικές συσπάσεις. Πάλευα να το κοντρολάρω. Μάταια. Όσο πλησίαζα τόσο με πλημμύριζε ένα κοκτέιλ χαμόγελων προσμονής και μορφασμών από την στομαχική τρικυμία.



Καβάλα.



Έφτασα γρήγορα. Έτσι μου φάνηκε. Κατέβηκα από το λεωφορείο και ξαφνικά με έπιασε βιασύνη. Έπρεπε να βρω γρήγορα το ξενοδοχείο, να φτάσω στο δωμάτιο, να κλειδώσω. Πέρασα, περπατώντας γρήγορα ανάμεσα από μαγαζιά, περίπτερα, παγκάκια πλάι στη θάλασσα, γλάρους που βολτάριζαν στα πεζοδρόμια, πλανόδιους πωλητές, ταβερνάκια με καρό τραπεζομάντηλα και ευωδιά βασιλικού. Αυτά βέβαια τα είδα κάποιες μέρες αργότερα. Εκείνη την ημέρα, έβλεπα μόνο την κάθετη ταμπέλα του ξενοδοχείου την οποία, για καλή μου τύχη είχα εντοπίσει από την πρώτη στιγμή. Τρέχοντας βρέθηκα μπροστά στην γυάλινη πόρτα του ξενοδοχείου, την άνοιξα γρήγορα, έκανα ένα βήμα. Η ανακούφιση και η ασφάλεια άρχισαν να παίρνουν λίγο χώρο μέσα μου. Είχα αφήσει πίσω μου την ζέστη του απογεύματος και την πολυκοσμία μιας πόλης άγνωστης και τόσο μακρινής από την δική μου πόλη. Ανέβηκα στο δωμάτιο, άνοιξα, μπήκα, κλείδωσα. «ΤΕΛΟΣ» είπα. «Έφτασες». Είχα τρεις ώρες μπροστά μου πριν το ραντεβού μαζί του. Μπήκα στο μπάνιο, άνοιξα το νερό και άφησα για ώρα να τρέξει επάνω μου, να ξεπλύνει ότι μπορούσε, όσο περισσότερο μπορούσε. Το νερό έτρεχε κι εγώ προσπαθούσα να κατανοήσω το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να θέλει αλλά και να μην θέλει να περάσει η ώρα, ταυτόχρονα. Δεν το κατανόησα ποτέ. Και φυσικά η ώρα πέρασε δίχως να μου δώσει λογαριασμό.



-Είμαι από κάτω. Να ανέβω?

-Φυσικά και να ανέβεις!

Κι τότε τελείωσαν και άρχισαν όλα από την αρχή, εν μέσω ζάλης και εξαφάνισης κάθε έννοιας και ορισμού του χρόνου και του τόπου. Και ακολούθησαν ώρες που δεν θυμάμαι πως πέρασαν, χωρίς καμία σειρά και ειρμό. Μόνο το ξεδίψασμα της λαχτάρας θυμάμαι κάποιες στιγμές, κι αυτό γιατί ο ήλιος που έδυε κι ανέτειλε διακριτικά από τις γρίλιες μου θύμιζε πως βρίσκομαι σε πραγματικό χώρο και χρόνο και όχι σε κατάσταση REM. Κι αν η αίσθηση της πραγματικότητας επανήλθε και κρατάει καλά εδώ και εφτά χρόνια, η ανάμνηση εκείνης της μέρας εξακολουθεί να προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στους προσαγωγείς μου και ένα φτερούγισμα στο στήθος μου!



Εγώ το μέλλον νοσταλγώ. Εδώ, εκεί, παντού. Γιατί, αν ο Υμηττός ως τότε έμοιαζε με νησί, το Παγγαίο άρχισε να μοιάζει με τον συνδετικό κρίκο με το «παραπάνω», προς το μονοπάτι για το απόλυτα όμορφο και ιδανικό. 


27/2/10

"ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ"..κι όμως με έπεισε και τράβα μετά να βρεις την άκρη!

ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ
Στίχοι: Βάγια Παπαποστόλου
Μουσική: Κωστής Μαραβέγιας

Δε με πείθουνε οι φίλοι σου και οι συναναστροφές σου.
Δε με πείθουν οι ιδέες και οι σχέσεις οι παλιές σου.
Δε με πείθει πια το όχι και το εύκολο το ναι σου.
Δε με πείθει η μιζέρια και οι μαύρες ενοχές σου.
Δε με πείθουνε οι λέξεις που διαλέγεις να μιλήσεις.
Δε με πείθει το σκοτάδι που διαλέγεις για να ζήσεις.
Δε με πείθουν οι αποφάσεις για όλα αυτά που θες να σβήσεις.
Δε με πείθουν οι βάσεις της ζωής που θες να χτίσεις.
Δε με πείθει η αγριάδα και το ύφος το σκληρό σου
κι αυθαίρετες δηλώσεις για ό,τι θεωρείς δικό σου.
Ούτε η κούραση που πάντα χαρακώνει το μυαλό σου
και σου κλέβει βήμα βήμα τη ζωντάνια απ’ το χορό σου.

Τα έχεις πάρει που λες στο κρανίο και ενώ θες να τα κάνεις όλα λαμπόγυαλο, αποφασίζεις να βγάλεις την οργή σου «εντέχνως».


Παίρνεις λοιπόν ένα χαρτί κι αρχίζεις να γράφεις…να γράφεις… «ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ!!…ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ, ΑΚΟΥΣ? ΝΑ Μ’ ΑΦΉΣΕΙΣ!!»

Και το ένα και το άλλο και δεν συμμαζεύεται η κατάσταση.

Έχουν φουσκώσει τα μάγουλα και το «σιχτίρ» έχει ανέβει στο λαιμό και σε καρυδώνει!

Και όλα άκυρα τα βρίσκεις και έχεις μουλαρώσει εντελώς και δεν σηκώνεις κουβέντα!

Και ουφ πια, ΠΑΡΑΤΑΜΕ και γρήγορα!

Κάποια στιγμή μετά από ώρα κι αφού τα έχεις βγάλει όλα από μέσα σου και τα έχεις μοιραστεί με το χαρτί και το μολύβι σου και έχεις ξελαφρώσει με το γάντι (και σιγά τα αίματα δηλαδή), παίρνεις το χαρτί και το βάζεις στο συρτάρι.



Περνάει ένας χρόνος, περνάνε δύο.

Ώσπου το χαρτί βγαίνει από το συρτάρι και παει και κολλάει πάνω στο ακορντεόν του Κωστή Μαραβέγια και γίνεται τραγούδι στο δίσκο MARAVEYAS ILEGAL.

Και ανακαλύπτεις ξαφνικά πόσο πλάκα έχει η ζωή που σου σπάει τον τσαμπουκά και τα νεύρα ενίοτε.

Κι εκεί τελικά που ΜΕ ΕΠΕΙΣΕ και με το παραπάνω κι όλα είχαν ξεχαστεί και η ζωή κυλούσε πλέον αρμονικά και συντροφικά, πιάνει το «ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ» και παίζει σε ραδιόφωνα, συναυλίες…!

Και «ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ» και ξανά «ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΘΕΙΣ».



Και είναι από τη μια να καμαρώνεις κι απ’ την άλλη να ψάχνεις να βρεις μούτρα να εξηγήσεις στον άλλον πως ήταν μια ατυχής στιγμή….που έγινε επιτυχία.



Και μετά ψάχνεις να βρεις λογική και ειρμό στη ζωή.
Αμ δε...
Το απόλυτα χάος!




`

21/2/10

Και τον προσπέρασε...τι ώρα παει?






Τόσος κόσμος πλάι του πέρασε και τον προσπέρασε

τι να ζητάει…
Ποια, εγώ? Να τονώσω το εγώ μου μέσω της ασφάλειας που νιώθω λόγω του χώματος. Αυτού που τυχαία τη δεδομένη στιγμή πατούσα…και δεν θα έπρεπε να είμαι έρημη και μόνη και ξένη σαν κι αυτόν, τον επαρχιώτη της Ομόνοιας. Αχ Γιώργο, πόσο μόνη όμως κι εγώ ( κι ας μην… (επαρχιώτισσα) ένιωσα σ’ εκείνο το ραντεβού στην Ομόνοια το βράδυ εκείνο του Σαββάτου του ’93…Αθηναία των προαστίων. Μ 'ακόυς?



…επαρχιώτης στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο αρχές του Μάη
Ψυχές πολύβουες κι ούτε ένα πρόσωπο…

Ούτε ένα πρόσωπο, κανένα! Και πόσος φόβος και η μοναξιά της βαβούρας, έρμη και μόνη στην πόλη που μου έμαθαν σαν δική μου. Τρομάρα σας καημένοι μου, δεν (με) μάθατε τίποτα!

… τι καρτεράει, κλαρίνα παίζουν
κόσμος γλεντάει, τι ώρα πάει, τι ώρα πάει?

Η ώρα πάει 11.30 και ξημερώνει η κατάρας της Δευτέρας. Γαμώ σας όλους που μου στερείτε και που μου τρομάζετε ότι ψήγμα αληθινής, χαμογελαστής ελευθερίας έχω φυλάξει ως «θα ‘θελα». Και που αγχώνετε το ρεπό και το πόμολο της πόρτας μου. Ξεφτίλες, αφήστε με ήσυχη, με γδέρνετε από Δευτέρα πάλι!



Ξένος ως και στη χαρά του μεσονύχτι του Σαββάτου
τραγουδάκια μου κατάμονα…

Κι ακόμα πιο μόνα από κατάμονα. Και τι να φταίτε ταπεινά τραγούδια μου εσείς που δεν γίνεστε ταίρι της οθόνης και των προβολέων αυτής της Κυριακής του 2010.

…αν σας αντάμωνα θα έπεφτα κάτου

Αν σας αντάμωναν θα έπεφταν κάτω, μα δεν. Ποιος θρασύς κρατάει το κλειδί του συρταριού που τραγούδια μου εσείς, κρυμμένα ψιθυρίζετε χρόνια, κατάκοιτα, φυλακισμένα των φθηνών, λαμπερών, απαστράπτουσων, ιδεωδών της κατάντιας της εποχής μου. Μα χρόνια φτιάχνω πασπαρτού που θα κάνω δώρο στον εγγονό μου όταν γίνει 18. Και τότε θα καταστρέψω τα φθηνά και τα εφήμερά σας.

στο ρυθμό σας ονειρεύομαι και ξενιτεύομαι στα βήματα του
κάπου εδώ έχω γνωστούς αλλά τέτοιαν ώρα μη βαρύνω τους

Κι αυτό βεβαίως με έφαγε. Κεφάλι ψηλά, αξιοπρέπεια να δεσπόζει φρουρός σε όλες τις μοναξιές μου. Γιατί? «Μη βαρύνω τους» έλεγα…και όλο το βάρος έπεσε πάνω μου και αι σιχτίρ ηλίθιοι, δεν σας άξιζε μια.



Ζήτω η Ελλάδα…

Και γαμώ σε μαζί, περηφάνια καμία δεν έχω κι ας με πονάει. Της ρεμούλας και του χασκόγελου ήσουν (ήμουν, ήμασταν, θα είμαστε μια ζωή στον τόπο αυτό).

…και καθετί μοναχικό στον κόσμο αυτό
Ελασσώνα Λειβαδιά Μελβούρνη Μόναχο
Αλαμάνα και Γραβιά Αμέρικα
Βελεστίνο Άγιοι Σαράντα Εσκι Σεχήρ
Κώστας Κώστας Μανώλης Πέτρος Γιάννης Τάκης…

Γιάννης, Γιάννης Πέτρος, Τεο, Γιώργος, Καίτη.

Πλατεία Ναυαρίνου Διοικητηρίου κι Εξαρχείων

Πλατεία Ηρακλείου, Δραγούμη, Βαρβαρέσου
Βαγγέλης, Βασίλης, Άγγελος…

Ναρκίσσων και Υψηλάντου, Πεύκης κι 25ης Μαρτίου…

..εκεί που σε έχασα μάνα μου, μόνη και μοναδική μου μάνα και τώρα που να σε δικαιώσω πρέπει ως μάνα κι εγώ, σωστή και χρήσιμη κι ορόσημο για τα παιδιά μου, δεν έχω παιδιά!

η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει


Καλωσόρισες πουλί μου μοναξιά ελληνική μου
απ' αγάπη φεύγεις έρχεσαι πηγαινοέρχεσαι σαν την πνοή μου
κι απ' την έρημη την απόσταση παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου
απ' τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς


(Νιόνιο μου την έσπασες μα σ' αγαπώ.
Νιόνιο κόλλησες...ας είναι. Ποια Σαλονίκη και ποια Αθήνα ρε Νιόνιο? Και άντε και γαμήσου στο φινάλε γιατί δεν σου την είχα τέτοια εμμονή. Χάλια όλα, δε βλέπεις? Σούπά ανάλατη είμαστε, βοράς και νότος.)

Σου το αφιέρωνω, εσένα. Ναι, σε σένα μιλάω κι ας μην το καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Μήπως τώρα με κατάλαβες λιγάκι πιο πολύ...αν όχι, άντε παράτα με  κι εσύ. Είμαι κουρασμένη και ξημερώνει η καταραμένη Δευτέρα.




`

17/12/09

Τρία χρόνια πριν…




Είχα πάει να πάρω (μάλλον) χορδές από γνωστό κατάστημα μουσικών οργάνων. Εκεί ήταν ο Κώστας μου είπε πως με τον Μάκη είχαν ήδη δουλέψει και εξακολουθούσαν επάνω στη Jazz. Ο πρώτος, μπασίστας, ο δεύτερος, ντράμερ. Είχε προκύψει λοιπόν μια πρόταση για εμφάνιση σε πλατεία της πόλης παραμονή Χριστουγέννων. Υπήρχε λίγος χρόνος για προετοιμασία κι έτσι την επομένη θα γινόταν η πρώτη πρόβα αλλά και η γνωριμία μου με τον πιανίστα. Τον Διαμαντή. Είχα ακούσει αρκετά γι αυτόν. Για το ταλέντο του, το παρελθόν του αλλά και τα πάθη του. Δεν με εντυπωσίασε κάτι από τα λεγόμενα. Ποιος άλλωστε δεν έχει ένα ταλέντο, ένα παρελθόν και έστω ένα πάθος?

Καπνίζαμε έξω από το στουντιάκι του Μάκη περιμένοντας τον πιανίστα. Η ώρα περνούσε, ήπιαμε τον καφέ μας, ανοίξαμε το κρασί, πουθενά ο πιανίστας. Καμιά ώρα μετά τον ακούσαμε να έρχεται, αργά, σταθερά. Είχε ένα σχεδόν τελειωμένο τσιγάρο στο στόμα, φορούσε ένα μαύρο ημίπαλτο, πουλόβερ σκούρο μπλε και κρατούσε ένα μικρό μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Έμοιαζε 45άρης. Συστηθήκαμε, ο Κώστας πήγε να κουρδίσει το μπάσο του, ο Μάκης να ρυθμίσει τα τομ και να βρει τα σκουπάκια του. Κάπου είχαν ξεπέσει ανάμεσα σε καλώδια, αναλόγια, βάσεις κιθάρας…Εγώ με τον Διαμαντή μείναμε έξω να καπνίζουμε. Μιλούσαμε για διάφορα, μου είπε να δουλέψουμε κάποια κομμάτια του, μάλλον θα μου ταίριαζαν, είπε, κι ας μη με είχε ακούσει ακόμα (!). Μιλήσαμε και για την Αθήνα, πατρίδα και των δυο μας. Μας έλειπε εξίσου εκείνες τις μέρες.

Η πρόβα ξεκίνησε. Όλοι άνετοι εκτός από μένα. Όχι, δεν ήταν περίεργο. Εγώ ήμουν πάντα η περίεργη που πάντα είχα ενστάσεις και δισταγμό για το αποτέλεσμα, κυρίως αυτού που αφορούσε εμένα. Τη φωνή. Ξενόγλωσσο και jazz υλικό πρώτη φορά δούλευα. Και οι τρεις τους όμως μια χαρά με στήριζαν. Ακόμα και ο Διαμαντής, που δεν με ήξερε κι από χθες. Απλά αυτός ήταν λίγο ιδιαίτερος. Έδειχνε πάντα αδιάφορος. Τα είχε όλα εύκολα. Ακόμα και τους δυο-τρεις τόνους πάνω στη φωνή μου. Και είχε και δίκιο ο άτιμος! Έπινε πάντα από το πλαστικό μπουκαλάκι, για το οποίο χρειάστηκα 3-4 πρόβες ώστε να καταλάβω πως αντί για νερό είχε τσίπουρο. Το «φάρμακο» όπως έλεγε. Είτε η πρόβα ήταν πρωί, είτε βράδυ, ο Διαμαντής έπινε από το «φάρμακό». Άλλες φορές ευδιάθετος άλλες αμίλητος, τις περισσότερος με μια βαθιά, υγρή μελαγχολία στα μάτια και μια χλομιασμένη κούραση στο πρόσωπό του. Δεν ήξερα πώς να νιώσω γι αυτόν.

Η μέρα της συναυλίας έφτασε. Μέσα στον ήλιο η πόλη και απέναντι από την πλατεία η θάλασσα να λαμπιρίζει κάνοντας κόντρα με τα λαμπιόνια στις κολώνες και στα δέντρα γύρω στα πεζοδρόμια. Όλος ο κόσμος πήγαινε κι ερχόταν με σκούφους, κασκόλ και πολύχρωμες σακούλες στα χέρια. Πιτσιρίκια με στριφογυριστά γλειφιτζούρια κοντοστέκονταν μπροστά στα τεράστια ηχεία, μια κοιτούσαν αυτά, μια το καρουζέλ τραβώντας τα παλτά της μαμάς τους: «Μαμά!!! Να κάνω?» Έφτασα στην πλατεία με διάθεση υπέροχη. Άγχος, ανασφάλεια μηδέν. Με είχε τόσο συνεπάρει η ατμόσφαιρα, η ζεστασιά και η λαμπρότητα του ήλιου εκείνη την παγωμένη μέρα. Παραμονή Χριστουγέννων, 12 το μεσημέρι. Πλησιάζω, ήταν όλοι εκεί, μουσικοί, ηχολήπτης. Και ο Διαμαντής με ένα χαμόγελο να σκάει μύτη από το κόκκινο κασκόλ του, δειλά, πάντα υπό την ήρεμη επίδραση του «φαρμάκου». Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα να χαμογελάει συνεχώς! Ξεκινήσαμε, τελειώσαμε, ο Διαμαντής χαμογελούσε. Το ίδιο κι εγώ, το κόκκινο καπέλο μου, το κόκκινο κασκόλ του…Το ευχαριστηθήκαμε όλοι! Πόσες φορές θα μου δοθεί η ευκαιρία να τραγουδήσω μπροστά στην αστραφτερή θάλασσα παραμονή Χριστουγέννων?

Σύντομα, μετά ένα μήνα σχεδόν βρεθήκαμε ξανά οι τέσσερις να παίζουμε σε κλειστό χώρο αυτή τη φορά. Αγαπημένος χώρος. Και πήγαν όλα πολύ καλά. Αλλά εκείνο το βράδυ ο Διαμαντής δεν χαμογελούσε. Σχεδόν δεν μας μιλούσε. Και το κόκκινο κασκόλ δεν το φορούσε. Εκείνο λοιπόν το βράδυ κατάλαβα πραγματικά τι ένιωθα γι αυτόν. Ένιωθα έναν ακατανόητο πόνο. Κι ένα φόβο όχι για τον ίδιον απέναντί μου αλλά για τη ζωή απέναντι σ’ αυτόν. Παρατήρησα πως ακόμα κι εκεί, στο μπαρ με την τεράστια ποικιλία «φαρμάκων», εκείνος προτιμούσε το δικό του, στο πλαστικό μπουκαλάκι εμφιαλωμένου. Περίμενα μέχρι τα μισά του προγράμματος, γύριζα και τον κοιτούσα μήπως κάτι είχε αλλάξει. Τίποτα. Κι αφού τελειώσαμε με όλα, τις κουβεντούλες με τον κόσμο, τα «που χάθηκες» και «πότε θα ξαναπαίξετε», ο Διαμαντής πήρε τα τσιγάρα και το πλαστικό του μπουκάλι, μας χαιρέτισε σχεδόν ανέκφραστα και έφυγε. Μετά από μέρες που έβαλα να ακούσω υλικό από πρόβες, ήρθαν όλα στο μυαλό μου. Οι κουβέντες που κάναμε για τις συνεργασίες του, τα καλαμπούρια για τις διάφορες καλλιτεχνικές «περσόνες» του παρελθόντος του, για την μητέρα του, τη γυναίκα του, τα αυτοκίνητο που είχε και έγινε βίδες μια φορά Αθήνα-Καβάλα. Μου ήρθαν στο μυαλό οι κόντρες και οι διαφωνίες μας. Η τρεμούλα και ο εκνευρισμός που μου δημιουργούσε χωρίς να το καταλαβαίνει κάθε φορά που έλεγε: «έλα μωρέ, σιγά, μια χαρά θα βγει το κομμάτι, σχεδόν έτοιμο είναι», ενώ το κομμάτι έβγαινε χάλια. Ο θαυμασμός που ένιωθα όταν ζωγράφιζε πάνω στο κλαβιέ του και όλες οι μελωδίες έμοιαζαν γι αυτόν τόσο οικίες και γνώριμες λες και ήταν συνθέσεις δικές του.

Χαθήκαμε από τότε. Τον σκεφτόμουν αραιά. Έμαθα πως είχε επιστρέψει στην Αθήνα για κάποιους μήνες. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος. Ακριβώς ένας χρόνος από την πρώτη φορά που παίξαμε μαζί με τον Διαμαντή και ένα απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Σάββας, φίλος μουσικός κι αυτός. «Έχω ένα νέο για κάποιον γνωστό σου…φίλο σου…δεν ξέρω. Δυσάρεστο δυστυχώς.» Πάγωσα αλλά δεν πήγε το μυαλό μου. Κι όταν το άκουσα η παγωμάρα έγινε κάψιμο στα μάγουλα και το λαιμό μου που κατέβηκε γρήγορα προς τα κάτω, έφτασε στα χέρια μου και τα μούδιασε. Έκλεισα το τηλέφωνο. Ο Διαμαντής δεν ξύπνησε από χθες το βράδυ. Έτσι απλά, δεν ξύπνησε. Έφυγε στον ύπνό του μου είπαν. Και ήταν 20 Δεκεμβρίου του 2007. Τρία χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση, δύο χρόνια από τώρα.

Διαμαντή, συγγνώμη ρε φίλε αν σε είχα κουράσει με την ανασφάλειά μου και το ψείρισμα της κάθε νότας, του κάθε μέτρου. Ήταν βλακεία μου. Εσύ είχες μάθει έτσι, εγώ αλλιώς. Και πάλι καλά τα καταφέραμε όμως! Και δεν μας το ‘χα! Βλέπω συχνά εκείνη την πρόσφατη φωτογραφίας σου σε κάποιο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα. Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω, νομίζω όμως πως ξέρω σε ποιο μπαλκόνι ήσουν…Άλλη όμως είναι η αγαπημένη μου φωτογραφία. Αυτή που έχεις εκείνο το μισό σου χαμόγελο. Ήταν μισό -όπως πάντα- αλλά τέτοιο που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.




Στο πιανίστα, φίλο Διαμαντή Σιμίτα που δεν προλάβαμε να κάνουμε όσα είχαμε σκεφτεί…

5/12/09

Αυτά τα ΟΣΑ









Αυτά τα όσα,
που μ’ ένα νεύμα σου βαθιά αισθάνθηκα,
πλάι στο βήμα σου…


Αυτά τα όσα,
που με μια κίνηση μακριά μου χάθηκα,
κρυφά μου δάκρυσα…


Αυτά τα όσα,
που ορθά, περήφανα με πλημμυρίσανε
με τον ιδρώτα σου…


Αυτά τα όσα,
που τα καμάρωσα και σου τα θαύμασα
καινούριε μου «άγνωστε»…


Αυτά τα όσα,
νεκρά κι ακίνητα που μου τα ανέστησες
γλυκά κι ανέλπιστα…


Αυτά τα όσα,
και άλλα τόσα βαθιά σου εύχομαι!
Στο μπρος και πέρα σου,
με…..κι όπως λαχταράς
να στα επιστρέψουνε και να σε στέψουνε!


--Αφιερωμένο στον αγαπημένο φίλο μου, ηθοποιό Γιάννη Ζ. που μοιραστήκαμε από τις πιο γερές συγκινήσεις ανοίγοντας η αυλαία…--