27/2/09

Η Αλλαγή της ΩΡΑΣ




















Έτρεξες στο παράθυρο που είναι γεμάτο στέγες,
σα μαγεμένη από το φως του φθινοπώρου, αράχνη.
Έτρεξες σαν την ταραχή που γαργαλάει τις φλέβες
και στάθηκες μπρος στου τζαμιού την δακρυσμένη πάχνη.

Ποιο αερικό πολιορκεί τα παλάτια σου;
Η ομίχλη μες στο άδειο δωμάτιο τρυπώνει.
Kρύος αέρας τρεμοπαίζει στα μάτια σου.
Πως πέρασε η ώρα! Νωρίς σουρουπώνει.

Μικρό παιδί οκτώ χρονών στη θέα του τοπίου,
τη μάνα σου φωνάζεις με σιωπή που σπάει το τζάμι.
Δεν γύρισε ακόμα και η αίσθηση του κρύου
παγώνει τον ιδρώτα που κυλάει στην παλάμη.


Σβήνει το φως τ’ ουρανού του βαθυγάλαζου.
Ποια μοναξιά σε απειλεί στο σκοτάδι?
Βαριά και ανεξίτηλη η οσμή του καπνομάγαζου,
Μάνα μην αργείς! Δε βλέπεις? Έπεσε το βράδυ!»



-Στον μικρό Βασίλη και όλες της καπνεργάτριες μάνες της δεκαετίας του '70



`