14/1/17

Στους νέους, μικρότερους μου ήρωες







Καθώς μεγάλωνα μα όσο ακόμα ήμουν μικρή, αυτό που με χαρακτήριζε περισσότερο ήταν η υπομονή. Μέσα σε όλα εκείνα που υπήρχαν στο παιδικό μυαλό μου, σε θέση περιωπής στεκόταν με καμάρι η άποψη μου για τους μεγάλους. Για τους ενήλικες. Ήταν οι ήρωες μου. Τους θαύμαζα! Σχεδόν όλους. Αυτοί ήξεραν, εγώ όχι ακόμα. Αυτοί μπορούσαν, εγώ όχι ακόμα. Κι αυτό μου ήταν μεν δύσκολο μα από την άλλη, πίστευα πως το οτι θα μεγαλώσω κι εγώ κάποια στιγμή, αυτομάτως θα με κάνει να ξέρω και να μπορώ τα πάντα...όπως αυτοί.

Είσαι μικρή ακόμα, δεν ξέρεις.
Είσαι μικρή ακόμα, δεν μπορείς.
Είσαι μικρή ακόμα, δεν κάνει.
Είσαι μικρή ακόμα...

Και μια μέρα, ένα απόγευμα για την ακρίβεια, έπαψα να είμαι μικρή. Και να ΄ταν μόνο αυτό! Από εκείνη την ημέρα, όλο μεγάλωνα. Και μεγάλωνα...και μεγάλωνα. Και όλο μεγαλώνω. 

Μεγάλωσες πια, έπρεπε να ξέρεις.
Μεγάλωσες πια, έπρεπε να μπορείς.
Μεγάλωσες πια, έχασες την ευκαιρία.
Μεγάλωσες πια...

Μπορεί, δεν ξέρω. 
Υπάρχει όμως κάτι που ξέρω. 
Οι ήρωες μου διαλύθηκαν. Και το χειρότερο; Τους διέλυσα εγώ η ίδια όταν κατάλαβα πως ούτε κι εκείνοι ποτέ ήξεραν, ούτε μπορούσαν, όπως νόμιζα. Με απογοήτευσαν και τους έδωσα μια και τους έκανα κομμάτια. Υπήρξαν δυνατοί και άτρωτοι και ολόσωστοι στο παιδικό μυαλό μου. Τσιμεντένιες κολώνες στις οποίες στήριξα τα παιδικά μου χρόνια και έβρισκα αγκαλιάζοντάς τες δύναμη να αντέχω να περιμένω να μεγαλώσω. Και τώρα πατώ επάνω τους, περιπλανώμενη σε μια χωματερή τσιμεντένιων ιδεών που έκανα κομμάτια γιατί κατάλαβα πως όχι, ούτε ήξεραν, ούτε μπορούσαν. Και όσο μεγαλώνω και γίνομαι κι εγώ μια απ αυτούς, τόσο από βαθύτερα ματώνουν τα πέλματά μου πάνω στα κομμάτια τους. 

Δεν ήξεραν ούτε μπορούσαν τίποτα. Τώρα, κι εγώ το ίδιο. Και δεν πειράζει αυτό, καθόλου. Πειράζει όμως πολύ το να μην “είσαι”, να μην “ξέρεις” ή να μην “μπορείς” και παράλληλα να επιμένεις στο αντίθετο. 

Αυτοί οι μικροί και ξέρουν και μπορούν. Και μάλιστα πολλά περισσότερα όσο πιο μικροί είναι. Πριν προλάβουν οι μεγάλοι να τους κόψουν το “βήχα” και να τους αφήνουν να πνίγονται στα φλέματα της κάθε τους ανάσας. Μας είναι δύσκολο εμάς των μεγάλων να αφήνουμε χώρο, να δίνουμε βήμα στα “μικρότερα” από μας...μα ξεχνάμε πως αυτά που τώρα είναι κοντά, μια μέρα θα μας κοιτούν από ψηλά. Και αν φτάσουν κι αυτά να χρειαστεί να μας διαλύσουν, όπως εγώ εσάς, “μεγάλοι” μου ήρωες, τότε η ευθύνη θα είναι αποκλειστικά δική μας.

Με αγάπη, σε όλους τους μικρότερους μου, τους νέους μου ήρωες!!

Έτσι αγαπιούνται οι Λιβελούλες




Έτσι αγαπιούνται οι Λιβελούλες.
Και ερωτεύονται πα στο νερό το ήσυχο τα απογεύματα.
Πλάι σε τριζόνια επίμονα και ζαλισμένους φρύνους . 
Κάτω απ' του ήλιου το ζεστό το τούλι, το διάφανο, σαν τα φτερά τους. 
Στέκουνε ασάλευτες, σχεδόν χωρίς ανάσα, σαν μικροσκοπικά αγάλματα από σίδερο και μετάξι πάνω σε γυαλί. 
Και σαν φυσήξει το άσπρο σύννεφο, αποχωρίζονται γεμάτες αγωνία για την αλήθεια του έρωτα τους. 
Αν υπήρξε, θα ζωγραφιστεί ο αέρας με μικρές, υπέροχες, λαχανιασμένες Λιβελούλες. 
Κι άλλες Λιβελούλες!
Κι άλλες Λιβελούλες!
Κι άλλες...!
Αν όχι, θα ερωτευτούν ξανά.
Γιατί έτσι αγαπιούνται οι Λιβελούλες.

Η θλίψη μιας μικρής Παρασκευής


17 Ιουλίου 2015

...αυτής που κουβάλησε στην πλάτη της μια Δευτέρα φοβισμένη.
Μια Τρίτη αγωνίας.
Μια Τετάρτη υπομονής.
Μια Πέμπτη, ανέκφραστη.
Δίχως το φως της Κυριακής. 
Δίχως τα γέλια του Σαββάτου.

Το καλοκαίρι άργησε και τώρα περισσεύει. 
Κι όλοι εμείς να χορεύουμε τον χορό της βροχής, γύρω από ένα καμένο δέντρο. 
Με ταμπούρλα και με σημαίες. Και με κραυγές να στάζουν απ' τα χείλη. 
Κατάρες, ανάθεμα και έρωτας μπερδεύτηκαν και γέννησαν το τέρας. 
-Πως θα το παλέψεις; ... με ρώτησε ένα παιδί. 
-Με την αγάπη ... του απάντησα. 
Κι εκείνο απομακρύνθηκε και πήγε να χάιδεψε τρυφερά μια χούφτα από γρασίδι κάτω απ' το καμένο δέντρο.
Ο χορός είχε τελειώσει...χωρίς βροχή.
Κι εμείς να ρίχνουμε την ευθύνη στο έρμο σύννεφο...
Τι κρίμα!

Ιστορίες ενός χαρτόκουτου Νο1




Είναι και κάτι φορές που νιώθεις σαν ένα μικρό χαρτόκουτο. Σαν ένα ευαίσθητο δοχείο βιωμάτων, εμπειριών, χαράς και λύπης που πας κι έρχεσαι...και ξανά πας, από χέρι σε χέρι, από πόρτα σε πόρτα, από εποχή σε εποχή.
Άλλοτε φοράς συσκευασία δώρου και χαρίζεσαι κι άλλοτε πουλιέσαι ακριβά, ή και φθηνά πολλές φορές.Κι άλλοτε απλώς υπάρχεις, εύθραυστος, χάρτινος, ευάλωτος. Είναι οι φορές εκείνες που σε παίρνει κάποιο αδέξιο χέρι και σε τσαλακώνει μέσα στη χούφτα του, ή σε τσαλαπατάει ένα παπούτσι λασπωμένο. Ή που πετάχτηκες αδιάφορα σε ανοιχτό κάδο απορριμάτων ...και έβρεξε κι έλιωσες, μικρό μου χαρτόκουτο! Κι έτσι ρημαγμένο,έχεις να κλάψεις για το χάρτινο σκαρί σου, μα και για το μέσα σου, αυτό που κουβαλούσες και σε κουβαλούσε υπομονετικά μια ολόκληρη ζωή, σαν άκακη, φιλήσυχη χελώνα του αγρού που σε άρπαξε το γεράκι και σε πέταξε στα βράχια...

Ο Άγιος Βασίλης και το τραπεζάκι





Δεκέμβριος 1981
.
..ήταν μοναχοπαίδι. Με τα καλά του αλλά και με τα άσχημά του. Όχι οτι είχε κακομάθει, κάθε άλλο. Τα άσχημα ήταν αυτή η υπερβολική ησυχία στο σπίτι και οι ατελείωτες ώρες παιδικής μοναξιάς. Ο αδελφός που δεν υπήρχε να τσακωθούν, η αδελφή που δεν υπήρχε να διαφωνήσουν. Αλλά και να αγαπηθούν όλοι μαζί εκείνο βράδυ που ο τεράστιος μπαμπούλας ήταν κρυμμένος στην ντουλάπα και κανείς δεν την πίστευε! Από την άλλη, η μικρή αυτή πίστευε εύκολα σχεδόν τα πάντα. Θα ήταν αδύνατον λοιπόν να μην πιστεύει στον ερχομό του Άγιου Βασίλη. Φυσικά και ερχόταν! Έτσι, κάθε που στο κρεμαστό ημερολόγιο της κουζίνας εμφανιζόταν ο μήνας που ξεκινούσε με το γράμμα-τριγωνάκι για τα κάλαντα, η μικρή ζούσε και για τη στιγμή που επιτέλους θα συναντούσε αυτόν τον καλοκάγαθο παππού, που ποτέ δεν την ξεχνούσε τέτοιες μέρες.
Εκείνη την χρονιά, πεντάχρονη πια μαθήτρια του νηπιαγωγείου είχε ζητήσει ένα τραπεζάκι. Είχε σκίσει ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί από το μπλοκ ζωγραφικής και με τον χοντρό της, κόκκινο μαρκαδόρο αντέγραψε από το τετράδιο της μαμάς της αυτά που της είχε υπαγορεύσει λίγο πριν, μιας και η μικρή δεν ήξερε ακόμα να γράφει. Τεράστια γράμματα χόρευαν ατσούμπαλα επάνω στο χαρτί και με παιδική ευγένεια, αφέλεια μα και σοβαρότητα, διαβεβαίωναν τον Άγιο Βασίλη πως την χρονιά που πέρασε, η μικρή ήταν καλή και ήσυχη και γι αυτό, αν μπορούσε, θα ήθελε να της φέρει το κατά δικό της τραπεζάκι.
-Μα τραπεζάκι; Κι αν δεν μπορέσει να το κουβαλήσει ο Άγιος Βασίλης; ... της είχε πει η μαμά της. Εκείνη όμως επέμενε και αποφάσισε να το ρισκάρει. Ένιωθε πως μεγάλωσε πια και χρειαζόταν τον κατά δικό της χώρο να απλώνει τις πλαστελίνες της και της ξυλομπογιές της. Το τραπέζι της κουζίνας δεν τη βόλευε πια. Ενώ αν είχε το κατά δικό της τραπεζάκι, δεν θα μπορούσε κανείς να την διακόψει γιατί έπρεπε να στρωθεί το τραπέζι για φαγητό ή γιατί έπρεπε να αλλαχτεί το τραπεζομάντηλο.

Οι μέρες περνούσαν και η ανυπομονησία μεγάλωνε. Η μικρή στεκόταν κάθε μέρα στη μέση του δωματίου της με την καταπράσινη μοκέτα και έκανε σχέδια για το που θα μπορούσε να μπει το τραπεζάκι της. Και μετά, στεκόταν με τις ώρες μπρος στο παράθυρο και κοιτούσε τον ουρανό. Θα ήταν τετράγωνο ή μήπως στρογγυλό? Είχε σταματήσει πια να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και στο μικρό της μυαλουδάκι είχαν στριμωχτεί εκατοντάδες ζωγραφιές αλλά και σχέδια με το παιδικό ψηφιδωτό της και τις πλαστελίνες της, που και αυτά όπως και η ίδια περίμεναν με αγωνία να ξεδιπλωθούν στο καινούριο τραπεζάκι!
Στην γειτονιά τους, ο Άγιος Βασίλης ερχότανε το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και όχι τα Χριστούγεννα. Δεν προλάβαινε. Αυτό ήταν και καλό και κακό. Από τη μια ο Άγιος Βασίλης θα είχε ήδη μοιράσει τα μισά του δώρα οπότε ίσως να ήταν πιο εύκολο να της φέρει και το δικό της με την δεύτερη δόση, από την άλλη, αν ήταν πια πολύ κουρασμένος? Αν πράγματι η μαμά της είχε δίκιο και ο Άγιος Βασίλης, όσο και να ήθελε, δεν θα μπορούσε να κουβαλήσει το τραπεζάκι? Δεν έμενε παρά να περιμένει...
Όταν η μεγάλη μέρα έφτασε, η μικρή πετάχτηκε από το κρεβάτι, άνοιξε τη χρματιστή κουρτίνα της. Δεν έβρεχε, ούτε χιόνιζε. Δεν είχε καν σύννεφα. Ήταν μια όμορφη, λαμπερή, χειμωνιάτικη μέρα και όλα συνωμοτούσαν ώστε να βγει η ευχή της αληθινή. Οι ουράνιοι δρόμοι ήταν ανοιχτοί κι έτσι ο Άγιος Βασίλης ούτε θα χανόταν, ούτε θα δυσκολευόταν να βρει το σπίτι τους. Χαμογέλασε και πολλά μικρά, φτερωτά ζουζούνια πεταλούδισαν στο μικροσκοπικό της στήθος από χαρά. Όταν πια ήρθε το βράδυ και η ώρα πλησίαζε, στεκόταν σιωπηλή μπροστά στο παράθυρο του δωματίου της, μήπως και τον δει κάπου, σε κάποιο απέναντι ή διπλανό σπίτι. Ήξερε πως ήταν δύσκολο να τον δει όταν θα ερχόταν στο δικό τους σπίτι, γι αυτό περίμενε στα σκοτεινά και πολύ ήσυχα μήπως και πάρει το μάτι της έστω την άσπρη φούντα του σκούφου του, κάπου εκεί έξω, στον φωτισμένο δρόμο. Η μαμά της μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να ανοίξει το φως και αγκάλιασε την μικρή που είχε κολλήσει το πρόσωπο της στο τζάμι. Ο μπαμπάς, όπως κάθε χρόνο έτσι και τότε, στάθηκε μπρος στον πίνακα με τους διακόπτες και μετρώντας αντίστροφα από το δέκα, έκλεισε το ρεύμα να υποδεχτούν τον νέο χρόνο αλλά και να δώσουν την ευκαιρία στο Άγιο Βασίλη να φέρει το δώρο της. 

Το σπίτι μύριζε φρεσκοψημένο κρέας αλλά και κανέλα από τα μπισκότα της μαμάς. Και είχε ζέστη. Και ήταν όλα όμορφα και ήρεμα. “Καλή χρονιά!!” Φώναξαν οι γονείς της και με μιας ο μπαμπάς την άρπαξε και άρχισε να την στριφογυρίζει γελώντας στο παιδικό της δωμάτιο, στο οποίο η μικρή, εδώ και μέρες είχε παραμερίσει τα πάντα για να κάνει χώρο για το τραπεζάκι. Το μεγάλο καλάθι με τα παιχνίδια, το ξύλινο “ντεντένι” της... Όλα στοιβαγμένα πίσω από την πόρτα. “Μπαμπά άνοιξε τα φώτα!!”. Αμηχανία. Με γουρλωμένα μάτια η μικρή κοιτούσε τριγύρω στο δωμάτιο. Το τραπεζάκι πουθενά. Το βλέμμα της κόλλησε στο πάτωμα. Για κάποια δευτερόλεπτα έμειναν όλοι σιωπηλοί. Ωσπου η μικρή είπε ψιθυρίζοντας με τρεμουλιαστή φωνή “τελικά δεν μπόρεσε να το κουβαλήσει, ε μαμά;”. Και τότε ο μπαμπάς της λιγωμένος της είπε πως αν ερχόταν ο Άγιος Βασίλης να αφήσει το τραπεζάκι στο δωμάτιο, θα τον έβλεπαν. Κι αυτό δεν θα ήταν σωστό! Ήταν λάθος, της είπε, που περίμεναν στο δωμάτιο. Και ήταν σίγουρος πως ο Άγιος Βασίλης θα βρήκε άλλο μέρος να το αφήσει. Και με μιας ανοίγει την μπαλκονόπορτα, βγαίνει στην βεράντα και πριν η μικρή καταλάβει, ο μπαμπάς αγκαλιά με το τραπεζάκι μπαίνει χοροπηδώντας στο δωμάτιο. “Να το!! Το έφερε!! Δεν σου το έλεγα εγώ; Να το !!” Η μικρή σάστισε. Έμεινε ακίνητη για λίγο και μετά έτρεξε έξω στην βεράντα να τον προλάβει, να τον δει έστω να φεύγει και να του φωνάξει πόσο πολύ τον αγαπάει. Αλλά δεν τον πρόλαβε ούτε φέτος. Μπήκε στο δωμάτιο αργά και αμίλητα. Πλησίασε το τραπεζάκι και κάθισε στα γόνατα δίπλα του. Ο Άγιος Βασίλης δεν είχε φέρει καρέκλα. Είχαν γίνει όλα τόσο γρήγορα και η μικρή ήταν τόσο μπερδεμένη. Από την μια η αγωνία που αρχικά δεν είχε δει το τραπεζάκι στο δωμάτιο, από την άλλη που δεν πρόλαβε να του πει μια κουβέντα και στη μια μεριά του δωματίου, το κατά δικό της τραπεζάκι! Πολλά μαζεμένα για ένα τόσο δα μικρό μυαλουδάκι. Και πως να τα διαχειριστεί όλα αυτά τόσο γρήγορα;


Από εκείνο το βράδυ, το τραπεζάκι αυτό έγινε ο καλύτερός της φίλος που την συντρόφευε καθημερινά για πολλές ώρες. Άσπρο, ξύλινο, στρογγυλό με μικρά ποδαράκια. Ήταν το ωραιότερο τραπεζάκι του κόσμου, φτιαγμένο αποκλειστικά για εκείνη. Το “κατά δικό της τραπεζάκι” ήταν αυτό που για τα επόμενα δυο χρόνια θα στήριζε με σιγουριά και σταθερότητα όλες τις ζωγραφιές της με τους χαμογελαστούς ήλιους και τις κυματιστές θάλασσες. Τα ανθρωπάκια χωρίς ρούχα από χρωματιστές πλαστελίνες και τις πρώτες της λέξεις σε εκείνο το τετράδιο το αγαπημένο, που επάνω είχε χώρο για ζωγραφιές και κάτω για γράμματα. Το “κατά δικό της τραπεζάκι” που μέχρι και σήμερα, μεγάλη πια, σκέφτεται συγκινημένη και με νοσταλγία, όχι τόσο για την ομορφιά που είχε σαν έπιπλο αλλά για τα όνειρα που έχτισε επάνω του, πάνω στα μικροσκοπικά, κοντά, ξύλινα ποδαράκια του..

Μάρκος Αυρήλιος



"Είμαστε όλοι πλάσματα μιας μέρας. Κοντεύει ο καιρός που θα τα ξεχάσεις όλα. Κοντεύει ο καιρός που θα σε ξεχάσουν όλοι. Να στοχάζεσαι πάντα ότι σε λίγο θα είσαι ο κανένας στο πουθενά"
Μάρκος Αυρήλιος
Πόσο μαύρο.
Έχουμε βαλθεί οι περισσότεροι να επενδύουμε στο έτσι κι αλλιώς αβέβαιο μέλλον, αδιαφορώντας για το παντελώς αδικοχαμένο παρελθόν και το τραγικά ανύπαρκτο παρόν.
Και το χειρότερο, αυτό παλεύει κι ο κάθε γονιός για το παιδί του.
Ο κάθε δημιουργός για το έργο του.
Όλα για ένα καλύτερο αύριο.
Για το σήμερα, κουβέντα...

Η ειλικρίνεια του Πιερότου



Οι Κλόουν με μελαγχολούσαν ανέκαθεν. Με κάνουν να νιώθω δύσκολα. Προτιμώ τους Πιερότους που είναι πάντα ο εαυτός τους. Κλαίνε φανερά, ακομπλεξάριστα, γιατί έτσι, αφού έτσι νιώθουν και αυτή είναι η αλήθεια τους.
Οι Κλόουν -κάθε είδους- με θλίβουν περισσότερο. Γιατί κρατούν την αλήθεια για τον εαυτό τους. Και διαφέρει τόσο από αυτό που έχουν κλιθεί από πάντα να δείχνουν.

Το δίλημμα



...είναι κάποια πρωινά που ξημερώνουν κάτι μέρες περίεργες. Πρωινά που σου φωνάζουν δυνατά πως “δεν είναι η μέρα σου σήμερα”. Που κι εσύ ο ίδιος δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως μέσα σε μόνο μια μέρα, καταφέρνουν να φυτρώσουν γύρω σου τόσα εμπόδια. Είναι σαν να έχεις βαδίσει για καιρό ένα δύσβατο μονοπάτι, με απότομες ανηφοριές και κατηφόρες επικίνδυνες...κι εκεί που έχεις φτάσει πιαστο ίσιωμα, ένα ένα τα δέντρα να πέφτουν μπροστά σου και να σου κλείνουν το δρόμο, σαν ένα αλλόκοτο ντόμινο που παίζει με το μυαλό, την αντοχή σου και την πίστη σου για το σκοπό σου. Κι εκεί είναι και το ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Η απόφαση. Το πίσω, είναι γνωστό. Κάνεις μεταβολή κι επιστρέφεις στην αρχική, γνωστή σου βάση, χαλαλίζοντας τον μέχρι τότε κόπο σου προκειμένου να επιστρέψεις στα γνωστά λημέρια. Το μπρος είναι άγνωστο. Μπορεί και να έχεις πλησιάσει αρκετά. Μπορεί και όχι. Το μόνο σίγουρο είναι πως στο μπρος, έχεις να αντιμετωπίσεις ένα δρόμο που μοιάζει κλειστός μα σου υπόσχεται πολλά.
Και οι δυο πορείες έχουν την αξία τους
Η μία σου παρέχει ηρεμία και ασφάλεια.
Ή άλλη, προσδοκία και όνειρο.
Ποια απόφαση να πάρεις;

Παρασκευή σαρακοστής, άνοιξη απόγευμα, 8:00μμ





"...καθισμένη αφηρημένα στο πεζούλι της αυλής με μια κούπα μοσχομυριστό καφέ στο χέρι, χαζεύοντας τα πρασινοβέλουδα φύλλα από τον πλάτανο που θέριεψε θαρρείς μέσα σ' ένα βράδυ. Η δροσιά τρυπώνει κάτω από τη ζακέτα και μου ανατριχιάζει τα σβέρκο σαν να χορεύει επάνω μου ερωτευμένη πεταλούδα. Κάποιος γείτονας έκαψε νωρίτερα τα χόρτα και στη μύτη μου ξυπνούνε μνήμες καλοκαιριού. Από παιδί η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου χόρτου μου έφερνε στον ουρανίσκο γεύση από καρπούζι. Καθώς χάνεται σιγά σιγά το φως, τα αηδόνια δυναμώνουν το τραγούδι. Τη μια ακούω αυτά, την άλλη τον ψάλτη από την εκκλησία της πλατείας, χωρίς να καταλαβαίνω τι λέει. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, μα δεν πειράζει. Δεν είναι απαραίτητα η πίστη και τα λόγια σε αυτήν που σε κάνουν να νιώσεις την ομορφιά της Παρασκευής την σαρακοστή. Είναι όλα αυτά μαζί που "συνωμοτούν" κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, για να πεισμώνω απέναντι σε όσα κοντράρουν με την μέσα κι έξω αισθητική μου και να επιμένω να μένω εκεί στο πεζούλι με την τρίχα όρθια, απολαμβάνοντας τα ολόγλυκα, ακαταλαβίστικα φάλτσα του ψάλτη, τα αυθάδικα τραγούδια των αηδονιών και τα κομμένα χορτάρια. Όλα με τον δικό τους Χαιρετισμό! Νύχτωσε..."

Άλλοθι ντεμέκ


Η πραγματική, η ζηλευτή καλλιέργεια ενός ανθρώπου, κρύβεται πίσω από την ειλικρίνεια τριών μόνο (δύσκολων ομολογουμένως) φράσεων:
Σε παρακαλώ...
Σ' ευχαριστώ...
Συγγνώμη...
Καμιά πανεπιστημιακή γνώση και κατάρτιση δεν εγγυώνται κάτι από τρία. Κι αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Η έλλειψη της ακαδημαϊκής σπουδής σε οτιδήποτε, δεν είναι άλλοθι για τη γαϊδουριά και την υπεροψία. Όπως επίσης, η ύπαρξή της δεν την αποκλείει.
Ο θώκος φίλοι μου, όπως και το ύφος καρδιναλίων, απαιτεί γαλάζιο αίμα ή κερδισμένες μάχες πριν τη στέψη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, είναι δικτατορία...ή γελοιότητα. 

4/10/13

Ένα -ακόμα- απόγευμα που άλλαξε τη ζωή μου



Ως παιδί υπήρξα αρκετά μαζεμένη και συνεσταλμένη. Βαρετή και βαριεστημένη. Ως μοναχοπαίδι δε (έως τα 14 μου) δεν είχα αναπτύξει κάποια από τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε. Ο συνδυασμός αυτών των δυο χαρακτηριστικών, συχνά μου δημιουργούσε προβλήματα. Ένα από αυτά, που ευτυχώς λύθηκε πριν τα 14,  ήταν και η αρχική αντιμετώπιση που είχα από τα αγόρια της γειτονιάς. Με βαρούσαν σε καθημερινή βάση κι εγώ με την ουρά στα σκέλια και με κλάματα, χτυπούσα το κουδούνι στο σπίτι:

-Ποιoς είναι?
-Έλα μαμά...άνοιξε μου!! (με κλάματα και αναφιλητά)
Η μαμά μου από την άλλη δεν με κανάκεψε ποτέ πάνω σε αυτό το θέμα. Αντιθέτως εκνευριζόταν. Ως που κάποια μέρα συνέβει το εξής φοβερό:
-Ποιoς είναι?
-Έλα μαμά...άνοιξε μου!!
-Πάλι στις βρέξανε?
-Ναι μαμά...θέλω να ανέβω σπίτι, άνοιξε μου!!
-Πρώτα θα τους τις βρέξεις κι εσύ και μετά θα σου ανοίξω.
-Μαμάαααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Αφού το επεξεργάστηκα με τρόμο και είδα πως ήταν μονόδρομος μιας και η μαμά μου δεν αστειευόταν με κάτι τέτοια, πήρα την απόφαση να πάρω το αίμα μου πίσω. Πήγα και στάθηκα στο μέσο της αγοροπαρέας, έριξα μια πρώτο, στοχευμένη σφαλιάρα και στη συνέχεια χτυπούσα στα τυφλά. Σιγά τα αίματα να μου πεις! Ναι, αλλά αυτή ήταν και η στιγμή που άλλαξαν πολλά στη ζωή μου. Επέστρεψα στο σπίτι σαν μεθυσμένη, με ζαλάδα και έλλειψη προσανατολισμού. Από την επόμενη κι όλας μέρα είχα ενταχθεί ισάξια στην αγοροπαρέα που τόσο αγαπούσα! Με τα κορίτσια δεν μπορούσα να παίξω. Βαριόμουνα απίστευτα. Διατηρούσα τις πλεξούδες μου αλλά κυκλοφορούσα με κοτλέ παντελονάκια και καρό πουκάμισα. Αυτό ήταν επιλογή της μαμάς μου. Αλλά κι εγώ δεν διαφωνούσα. Αφενός ήταν ρούχα άνετα, αφετέρου δεν ξεχώριζα και πολύ από τα αγόρια. Στη γειτονιά, φουστανάκι δεν φόρεσα ποτέ.

Όλα τα παραπάνω πέρασαν ξανά από το μυαλό μου με αφορμή αυτή την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ήταν πραγματικά ένα από τα αγαπημένα μου παιχνίδια με τα αγόρια. Δεν ήμουν ποτέ μπροστάρης (αργότερα όμως, μετά τα 13 ήμουν μόνο μπροστάρης, αλλά αυτό είναι μια άλλη εξομολόγηση). Ήμουν όμως ισάξιο μέλος της “συμμορίας” στην Υψηλάντου και είχα τον σεβασμό των αγοριών. Πέρασαν μερικά χρόνια μέχρι η παρέα μου να με εμπιστευτεί να χτυπήσω εγώ το κουδούνι. Μέχρι τότε ήμουν στους μπροστά-μπροστά (θέση ευνοϊκή) που δεν κινδύνευαν πολύ. Που ήταν βέβαιο πως θα προλάβουν να κρυφτούν πίσω από κάποια μάντρα. Ήταν όμως τέτοια η ηδονή μου όταν άκουγα την εκνευρισμένη φωνή από το θυροτηλέφωνο να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά αόριστες απειλές όπως “δεν θα σας πιάσω παλιόπαιδα?”. Όταν δε έβλεπα πως ο κουδουνοχτυπητής είχε προλάβει κι αυτός να κρυφτεί, με πονούσαν τα ζυγωματικά μου από το έντονο χαμόγελο και πεταλούδες χόρευαν πεντοζάλη στο στήθος μου από περηφάνια για την παρέα μου!! Ήμασταν πολύ δυνατοί, ήμασταν ατρόμητοι!! Κάθε χτυπημένο κουδούνι και μια νίκη!! Μια τεράστια νίκη που μου έδινε δύναμη να αντιμετωπίζω τα ορθογραφικά μου λάθη και τα κοκκινάδια στο τετράδιο της ορθογραφίες από την κυρία Τούλα την δασκάλα μου. Που μου έδινε δύναμη να υπομένω να σκουπίζω με το ρύγχος, εκατοστό-εκατοστό την πράσινη μοκέτα του δωματίου μου που καθημερινά γέμιζε με εκατοντάδες μικρά άσπρα σκουπιδάκια και η μαμά μου πάθαινε υστερία. Μπορούσα να αντέξω πολλά!!

Η μητέρα μου από την άλλη, δεν είχε υπολογίσει καλά τις συνέπειες εκείνου του:
“-Πρώτα θα τους τις βρέξεις κι εσύ και μετά θα σου ανοίξω.”
Μπορεί να σταμάτησα να τρώω ξύλο και να κλαίω, αλλά πλέον τα παπούτσια μου δεν φτούραγαν, τα παντελόνια μου γέμιζαν τρύπες, οι ραφές από τα φούτερ μου διαλύονταν μέσα σε 2-3 εβδομάδες. Είμαι σίγουρη όμως πως προτιμούσε αυτό παρά μια κόρη που μυξόκλαιγε κάθε απόγευμα. Όσο για μένα, της χρωστάω πολλά για εκείνη την πόρτα που δεν μου άνοιξε εκείνη τη μέρα. Μια έμεινε κλειστή για λίγο. Άλλες έμειναν ανοιχτές για πάντα


6/9/13

Hijo de la luna - Ο γιος του φεγγαριού

24/8/13

Ήθελα απλώς...

Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί, που λάτρευα να με αφήνουν να κάνω αυτό που ήθελα, την ώρα που το ήθελα, με τον τρόπο που ήθελα. Αυτό συνήθως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το να φέρω ένα πληγωμένο σπουργίτι στο σπίτι να το περιθάλψω (το φινάλε ήταν πάντα το ίδιο, με κλάματα και θρήνο για το νεκρό πουλί), ή να παλεύω για ώρες με τον φίλο μου τον Γιώργο να στήσουμε στίβο για τις χελώνες του διπλανού οικοπέδου (άχτιστο τότε), χωρίς να με μαλώνουν ή να με κοροϊδεύουν “ε τι κάνετε τώρα μωρέ...οι χελώνες είναι βρώμικες, θα κολλήσετε τίποτα!”. Ή να παω για ποδήλατο σε έναν δρόμο άγνωστο, μυστηριώδη και τρομακτικό, ο οποίος δεν ήταν άλλος από κάποιον ακριβώς πίσω από την πολυκατοικία, που κανέναν κίνδυνο τελικά δεν είχε. Να, κάτι τέτοια ήταν αυτά που ήθελα και αγαπούσα. Κάποιες φορές τα κατάφερνα, κάποιες άλλες, υπερίσχυε το επιχείρημα των γονιών.
Όχι γιατί δεν έφαγες όλο το πρωινό σου
Όχι γιατί θα λερωθείς
Όχι γιατί θα χτυπήσεις
Όχι γιατί κάνει κρύο
Όχι γιατί κάνει ζέστη
Όχι γιατί σε λίγο θα έρθει κόσμος...
Ήθελα να τα κάνω χωρίς να με νοιάζει αν έχω φάει, αν είναι Χριστούγεννα, αν φοράω τα κατάλληλα ρούχα, αν η ώρα είναι περασμένη. Ήθελα απλώς. Ήθελα πολλά. Ότι μπορούσα ήθελα.
Τώρα μεγάλωσα.
Τώρα όμως μπορώ πολύ λιγότερα. Αλλά και πάλι θέλω.
Και είναι σχεδόν το ίδιο απλά και ανθρώπινα με εκείνα, τότε.
Αυτή τη φορά όμως τους κανόνες και τα “μη” δεν τα βάζουν οι γονείς αλλά αυτό το τερατώδες πλην χρήσιμο αλλά πολλές φορές μπερδεμένο και παρεξηγημένο πράγμα που λέμε κοινωνία.


Είμαι κι εγώ γενικά άνθρωπος τον κανόνων, έχοντας καταλάβει πλέον πως κάποιοι από αυτούς, στον σωστό χρόνο και με την σωστή εφαρμογή, είναι πράγματι χρήσιμοι. Κάποιοι άλλοι όμως? Και φτάνω τώρα, περπατώντας πάνω στην τρίτη δεκαετία μου να νιώθω περισσότερο καταπιεσμένη από ποτέ. Και μου θυμώνω. Και τσούζει η μύτη και τα μάτια και λεω “όχι βλάκα, μην κλάψεις πάλι γελοία!!”. Και ξεροβήχω τάχα μου αδιάφορα να φύγει ο κόμπος από το λαιμό μου, μη με πάρει και κάνα μάτι και αρχίσουν τα “τι έχεις” και τα “τι έγινε” που σιχαίνομαι. Και νιώθω ψυχικά άρρωστη και άνθρωπος αδύναμος. Και κλείνομαι σε ένα δωμάτιο με τα παράθυρα κλειστά, να κρυφτώ όσο καλύτερα γίνεται από όλα αυτά που θέλω. Γιατί δεν τολμάω να τα κάνω. Γιατί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις. Γιατί δεν αντέχω τις πλάγιες ματιές πάνω μου, ούτε τους ψιθύρους που με αφορούν. Και δεν τολμάω να πω “αντε και γαμηθείτε ρε” και ξανακλείνομαι σε ένα δωμάτιο. Ενω τι ήθελα?


Ήθελα να πάω για καφέ χωρίς να κάνω αποτρίχωση. Εκεί, με το μουστάκι κάτω από τη μύτη το οποίο στο κάτω κάτω δεν είναι και σαν του Καραΐσκάκη. Και είναι και δικό μου, χωρίς να το επιλέξω.
Ήθελα να βγω με την παρέα μου χωρίς να πρέπει να αγχωθώ για το τι θα φορέσω και για το αν τα μαλλιά μου είναι σαν της τρελής.
Ήθελα να καθίσουμε μαζί σε ένα τραπέζι, χωρίς να μιλάμε. Έτσι, μόνο για παρέα.
Ήθελα να πάω στην Αθήνα να δω τους δικούς μου, αλλά μόνο αυτούς και όχι μαλακισμένες θείες και ξαδέλφια.
Ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο και να σε βρίσω για όλες τις μαλακίες που έχεις κάνει.
Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για διάφορα, χωρίς να μου μιλάς. Χωρίς να μου μιλήσεις ποτέ γι αυτό.
Ήθελα να μπω στη θάλασσα με τα παπούτσια κι ας γελάνε.
Ήθελα να αγκαλιάζω τις γάτες μου και να τις νταχτιρντίζω χωρίς να ντρέπομαι τον γείτονα.
Ήθελα να κάνω κουτρουβάλες στην αυλή μέρα μεσημέρι, κι ας περνάνε άνθρωποι στο δρόμο. Κι ας είμαι 37.
Ήθελα να σου πω πως ξέρω οτι μου εχεις πει ψέμματα και να μην κινδυνεύω να σε χάσω.
Ήθελα να σου πω οτι ναι, σου είπα ψέμματα.
Ήθελα για μια εβδομάδα να κάνω αυτό που θέλω, όπως και όταν το θέλω, χωρίς να κινδυνεύω να μείνω μόνη μου, εξ αιτίας τους. Χωρίς τα επιχειρήματα και τους κανόνες αυτής της ηλίθιας πλευράς της κοινωνίας, με το “όχι” και τα “μη”, με τρόμο απέναντι σε κάθε “θέλω” που δεν εναρμονίζεται με εποχές, ηλικίες, ωράρια, σχέσεις, υποχρεώσεις. Που δεν ταυτίζεται με τα περιποιημένα νύχια, τα σεμνά λόγια, την κάλυψη των κακώς κειμένων. Χωρίς το βουλωμένο στόμα προκειμένου να κερδίσω κάτι και κυρίως να μην χάσω κάτι άλλο.

Γίνεται?
Φοβάμαι πω δεν θα μάθω ποτέ.

19/8/13

<< ΕΦΙΑΛΤΗΣ στο δρόμο προς το ξημέρωμα >> - αληθινή ιστορία


Έχεις εδώ και καιρό αποφασίσει να μην φοβάσαι πια (!) και προκειμένου να μην λούζεσαι στο ιδρώτα κάθε καλοκαιρινό βράδυ, να κοιμάσαι με ορθάνοιχτα τα παντζούρια και τις μπαλκονόπορτες της κρεβατοκάμαρας. Μόνο μια σήτα σε χωρίζει από το πιθανό κακό με το τσεκούρι που μπορεί να κυκλοφορεί εκεί έξω.

Το κάδρο έχει ως εξής:
Μέσα στο σπίτι ο σύζυγος και η σπιτίσια γάτα σου.
Έξω από το σπίτι ο σκύλος και οι αυλίσιες γάτες σου.

2:15πμ
Ξαπλώνεις αφού έχεις κλείσει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έχεις απομονώσει την σπιτίσια γάτα, να μην έρθει και γαντζωθεί στη σήτα επειδή θέλει να παίξει ή επειδή θέλει να δοκιμάσει την γεύση από αυτό το καινούργιο είδος εντόμου που βαδίζει αργά και ύπουλα πάνω στη σήτα. Διότι έτσι, η σήτα μπορεί να ανοίξει, να βγει η σπιτίσια γάτα έξω, να την χάσεις ή στην καλύτερη, να χάσεις τον ύπνο σου ψάχνοντας να την βρεις ή παρακαλώντας την να επιστρέψει μέσα.

Εκεί που γλαρώνεις αποφασίζουν οι έξω γάτες να ξυπνήσουν και να αρχίσουν το παιχνίδι. Που? Μα ακριβώς έξω από τη σήτα. Την κουτουλάνε, σκαρφαλώνουν πάνω της, παίζουν κρυφτό πίσω από τα παντζούρια, ξύνουν τα νύχια τους στα πόδια του τραπεζιού που είναι κι αυτό ακριβώς έξω από τη σήτα. Σηκώνεσαι, βάζεις μια φωνή. Αποφασίζουν με τα πολλά να πάνε να παίξουν σε άλλο σημείο της έτσι κι αλλιώς μεγάλης αυλής (η οποία βέβαια είναι πάντα η τελευταία τους επιλογή. Είναι φαν της σήτας).

3:00πμ
Ξαναγλαρώνεις. Κι εκεί που έχεις αρχίσει να τον παίρνεις ελαφρά, ο σκύλος αρχίζει και χαλάει τον κόσμο. Και όχι μόνο ο δικός σου αλλά και ο απέναντι και ο δίπλα και όλοι οι σκύλοι των δεξιά-αριστερά γειτονιών. “Σώπα αγόρι μου. Ήσυχα αγόρι μου. Σκάσε αγόρι μου. Ε βούλωσε το τέλος πάντων μη βγω έξω”. Μάταια. Βγαίνεις έξω γιατί πράγματι έχουν υπάρξει φορές όπου οι σκύλοι έχουν δίκιο, όπως τότε που ένα άλογο στις 3 τα ξημερώματα, έκοβε βόλτα πάνω-κάτω στο δρόμο, ξέμπαρκο. Αλλά πεταλωμένο. Και τακα-τακ...τακα-τα...τακα-τακ. Ψάχνεις για το άλογο. Πουθενά. Κοιτάς για κάνα σκύλο ξένο. Τίποτα. Σιχτιρίζεις και μπαίνεις και πάλι μέσα.

3:45πμ
Γλαρώνεις άλλη μια φορά όταν ένα δυνατό “ιααααουυυυυυυυυνιιιιααρρρρργγγγγγγγ” αποδεικνύεται τόσο ισχυρό που σε κάνει να πεταχτείς ένα μέτρο από το στρώμα και να ψάχνεις να βρεις αν η ψυχή σου είναι ακόμα μαζί σου ή έχει πετάξει για ψηλά. Ο σκύλος αρχίζει την κλάψα. Πρώτη σκέψη “κάποια από τις αυλίσιες γάτες έπαθε κακό!!!!”. Αυτή τη φορά βγαίνεις τρεχάλα και χωρίς σαγιονάρα. Χρησιμοποιείς ότι κάλεσμα γνωρίζεις αλλά τελικά, από τις 6 γάτες έρχονται μόνο οι 4. Αγχώνεσαι. Βάζεις με το νου σου το κακό, το πολύ κακό. Βγαίνεις στο δρόμο. Τίποτα. Πας στο επάνω δρόμο, τίποτα. Ησυχία και γάτες πουθενά, ούτε άλλο “ιααααουυυυυυυυυνιιιιααρρρρργγγγγγγγ”. Χωρίς σαγιονάρα και έχοντας πατήσει 28 χαλίκια μυτερά και έναν γυμνοσάλιαγκα, μπαίνεις στο σπίτι με μια κούραση μεγάλη και μια θλίψη βαθιά, πλένεις τα πόδια σου, ξανά ξαπλώνεις.

4:30πμ
Σε έχει πάρει ο ύπνος για τα καλά όταν η σπιτίσια γάτα (και με το δίκιο της δηλαδή (!)) είναι έξω από την πόρτα του δωματίου. Έχει ξυπνήσει πριν της ώρας της, έχει εκνευριστεί με τα τόσα μπες-βγες σου και έχει αποφασίσει να σε κάνει να πληρώσεις. “Ουαουάααααααου... Ουαουάααααααου... Ουαουάααααααου” ασταμάτητα, αποφασισμένη να σε κάνει να σηκωθείς. Σηκώνεσαι. Ανοίγεις την πόρτα, εισπράττεις μια νυχιά. Ψυχραιμία. Της βάζεις φαγητό, την χαϊδεύεις, εισπράττεις την δεύτερη. Ανάβεις τσιγάρο. Κυλάει ένα δάκρυ, από αυτό το “τι χρωστάω??” Οδηγείσαι έρμαιο από μια ανεξήγητη δύναμη στο ψυγείο. Ανοίγεις την κατσαρόλα. Χτυπάς δυο σουτζουκάκια σμυρναίικα αμάσητα. Αμάσητο και το τρίτο. Ξανα-μανα-ξαπλώνεις.

5:15πμ
...που να σε πιάσει ύπνος? Η πάπρικα στα σουτζουκάκια, θάνατος τέτοια ώρα. Αρχίζει η καούρα και είσαι πλέον βέβαιος πως έχεις φάει μούντζα χοντρή, σου έχουν κάνει μάγια, σε έχουν καταραστεί...Παίρνεις το μαξιλάρι σου και αλλάζεις δωμάτιο. Πας στο άλλο, αυτό που έχει μόνο παράθυρο και βλέπει στην πίσω αυλή. Που ούτε οι γάτες πάνε τη νύχτα (όσο νύχτα εχει μείνει δηλαδή), ούτε ο σκύλος...Κλείνεις την πόρτα. Ζέστη. Στα καθιστά στο κρεβάτι γιατί με την ξάπλα η καούρα σε κάνει να νιώθεις φλαμπέ, αρχίζεις να βυθίζεσαι σιγά σιγά παρότι μούσκεμα.

6:15
-Τασούλα?
-...
-Τασούλαα?
-...
-Τασούλααα?
-...
-Τασούλααααα?
-...
-Τασούλααααα?
-...
-Τασούλααααααα?
-...
-Τασούλαααααααα?
-...
-Τασούλααααααααα?
-...
-Τασούλαααααααααα?
-...
-Τασούλααααααααααα?
-...
-Τασούλαααααααααααα?
-...
-Τασούλααααααααααααα?
-...
Γουρλώνεις τα μάτια. Αναμένεις με τρελή αγωνία να ακούσεις την απόκριση της Τασούλας που μάταια ο κυρ Πέτρος ο άντρας της την ψάχνει. Η Τασούλα πουθενά και ο κυρ Πέτρος ακούραστος στην αυλή του (παραπίσω από την δική μας πίσω αυλή) δεν παρατάει την προσπάθεια. Παρακολουθείς εγκεφαλικά την αναζήτηση της Τασούλας με κομμένη την ανάσα, αναμένοντας για το πολυπόθητο “Ναι Πέτρο?” το οποίο δεν έρχεται ποτέ. Είσαι μεταξύ κουζινομάχαιρου ή σφυριού, να πας να το τελειώσεις το θέμα μια κι έξω. Για λίγο επικρατεί η λογική και παραμένεις στο κρεβάτι. Μια λάμπα εξ ουρανού και ως εκ θαύματος ανάβει πάνω από το κεφάλι σου σαν φωτοστέφανο και αποφασίζεις να βρεις τις ωτοασπίδες σου. Συρτάρια, κουτάκια, κασελάκια, μπαουλάκια, ραφάκια κάτω από το κρεβάτι, πίσω απ' το κρεβάτι...Τις βρίσκεις στο καλαθάκι του μπάνιου. Τις στρίβεις γερά. Τις χώνεις όσο πιο μέσα γίνεται. Ξαπλώνεις. Ααααααααααααχ!!! Αυτό είναι!!!

7:00πμ
Κάτι σε ενοχλεί. Σε ενοχλεί αφάνταστα. Στριφογυρνάς. Παθαίνεις δυσφορία. Ανοίγεις τα μάτια και τι να δεις? Ξημέρωσε και όλο αυτό το φως έχει πέσει πάνω σου, σου τρυπάει τα μάτια, τον εγκέφαλο, τη σπλήνα, την ψυχή σου. Οι σφυγμοί αριθμός 3ψήφιος που ξεκινάει από τον αριθμό 2. “Σήμερα θα πεθάνω” σκέφτεσαι. “Ή μήπως έχω πεθάνει από χθες βράδυ και είμαι στην κόλαση” συνεχίζεις να σκέφτεσαι. Σηκώνεσαι. Φτιάχνεις καφέ. Ανάβεις τσιγάρο. Αυτό ήταν. Πάει, πέρασε άλλο ένα εφιαλτικό καλοκαιρινό βράδυ...Και ήρθε κι άλλο.
ΔΕΝ ΘΑ ΑΝΤΕΞΩ...(το νιώθω να μου 'ρχεται). Κουκουβάγια σου λέει μετά...

26/7/13

Ο Φρίξος, η Γιούλα και η αυγόφετα

Ήταν που λες γύρω στο 2004-2005, όταν έφευγα από το σπίτι και έκανα 34 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα για ένα ιδιαίτερο κιθάρας...και χωρίς αυτοκίνητο. Δύο λεωφορεία να πάω, δυο να γυρίσω και ένα 4ωρο μέσα στο νερό γι' αυτό, το ένα ιδιαίτερο τότε (βάζω μέσα αναμονές, λεωφορεία που έτρεχα από πίσω να προλάβω, μάταια...κλπ). Χαλάλι! Έκανα μάθημα στον Φρίξο, στον μεγάλο γιο της Γιούλας.
Σε ένα από αυτά τα μαθήματα, φάγαμε ζόρι κι εγώ κι ο Φρίξος. Κανείς μας δεν έφταιγε. Όλο το βάρος πέφτει στις άχαρες ασκήσεις που δυστυχώς, ΕΠΡΕΠΕ να κάνουμε.
“Θα τις κάνουμε” εγώ,
“Όχι δεν θέλω, δεν μου αρέσουν” ο Φρίξος.
Κάπως έτσι πέρασε εκείνη η ώρα και μας βρήκε το τελείωμα, δυστυχείς και τους δυο. Πριν φύγω, περνάω από την κουζίνα, όπου η γλυκύτατη μαμά Γιούλα ήταν πάνω από ένα τηγάνι και ένα τσούρμο πιτσιρίκια στριφογύριζαν γύρω της σαν μέλισσες.
-Α τελειώσατε καλή μου?
...μου λεει η Γιούλα χαμογελαστή. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω...
-Έλα πριν φύγεις να σου δώσω μια αυγόφετα για το δρόμο!
Παίρνω την αυγόφετα και τα όσα κουράγια μου είχαν απομείνει από την μάχη Φρίξου-ασκήσεων και κατεβαίνω τα σκαλιά προβληματισμένη. Φτάνω στη στάση. Ερημιά. Κοιτάω την αυγόφετα. Πρώτη φορά έβλεπα. Δαγκώνω αδιάφορα. Αμαν! Δαγκώνω δεύτερη φορά...και τρίτη. Στην τέταρτη δαγκωνιά δεν υπήρχε πια αυγόφετα. Τι ήταν αυτό το πράγμα που έφαγα, αναρωτήθηκα με γουρλωμένο μάτι. Το λεωφορεία αργούσε και είχα μπει σε σοβαρές σκέψεις.
Να γυρίσω πίσω με την πρόφαση οτι κάτι ξέχασα, μπας και κεραστώ άλλο ένα από αυτό το θαύμα που το λένε αυγόφετα?
Να γυρίσω πίσω και ξεκάθαρα να πω “βάλε 5-6 σε ένα αλουμινόχαρτο γιατι έχω πάθει πολιτισμικογευστικό σοκ”?
Να φανώ εξιοπρεπείς και να παραμείνω στη στάση αναμένοντας το λεωφορείο και πλημμυρισμένη από οτι είχε απομείνει από την γεύση της αυγόφετας?
Έκανα το τρίτο...αλλά!!! Οταν επέστρεψα σπίτι άρχισα να περιγράφω τόσο δια τηλεφώνου όσο και με όποιον άλλο τρόπο είχα, σε όποιον έβρισκα γι αυτό που έτυχε στο δρόμο μου. Την αυγόφετα. Μιλούσα γι αυτή ως σαν να ήταν ότι πιο θεσπέσιο είχε χτυπήσει ποτέ τον ουρανίσκο μου. Οι αντιδράσεις δεν ήταν αυτές που περίμενα. Όλοι ήξεραν την αυγόφετα εξ απαλών ονύχων. Ε εντάξει λεω, θα είναι σπεσιαλιτέ της περιοχής. Εμείς στην Αθήνα δεν τα ξέραμε αυτά.
Πέρασε ο καιρός και πως θυμάμαι και ανοίγω κουβέντα με τα αδέλφια όταν βρεθήκαμε.
-Α ναι ρε συ Βάγια! Αυγόφετες μας έφτιαχνε η γιαγιά μερικές φορές. Ωραίες ε?
Τι ήταν να το ακούσω! Τέτοιο θράσος? Εμένα η γιαγιά γιατί δεν μου έφτιαξε ΠΟΤΕ αυγόφετα? Μου λες? Το ξεπερνώ με δυσκολία και περνάει και πάλι καιρός όπου βρίσκομαι με τον μπαμπά μου και το θέμα <<αυγόφετα>> επανέρχεται στο προσκήνιο.
-Αααα αυγόφετες ε!! Μας τις έφτιαχνε η γιαγιά σου απ' όταν ήμασταν πιτσιρίκια για πρωινό. Και τώρα κάνει καμια φορά.
Σοβαρεύω αυτόματα και το μόνο που καταφέρνω να πω είναι ένα “μάλιστα” με μορφασμό έντονου προβληματισμού. Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει και με είχε πλημμυρίζει με μορφή ΚΑΤΑΦΟΡΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ. Δεν φτάνει που μου στέρησαν τόσο χρόνια την απόλαυση της αυγόφετας, μου στερούσαν συστηματικά ΟΛΟΙ και την απόλαυση της περιγραφής αυτού του πράγματος, αντιμετωπίζοντας το ως κάτι φυσικολογικό και πολλάκις δοκιμασμένο.

Ήθελα κλείνοντας λοιπόν να ευχαριστήσω την Γιούλα και τον Φρίξο για ότι μου πρόσφεραν σε σχέση με τους γευστικούς μου ορίζοντες και να πω ένα “Θεος σχωρέστες” για τις αυγόφετες που εν είδει δεκατιάνου (!) εξαφανίστηκαν πριν λίγο από το πιάτο...

10/4/13

Εκείνο το παιδί



...εκείνη η μελαγχολία του λούνα παρκ.
Εκείνη η αμηχανία εκείνου του παιδιού σε εκείνη την φρέσκια ηλικία,
με εκείνη την αγωνία να δείχνει πάντα πως ναι, περνάει καλά.

Εκείνο το παιδί...Τσαλακωμένο και κομμένο στα δυο.
Δυο γονείς, δυο κομμάτια.

Που περίμενε την ώρα εκείνη να ανέβει στην μεγάλη ρόδα.
Κι όταν φτάσει ψηλά, πολύ ψηλά,
να προλάβει να αφήσει ένα μικροσκοπικό δάκρυ να το πάρει ο αέρας.
Εκείνος ο αέρας ο σύντροφος, που στέγνωνε το μάγουλο μέχρι το βαγόνι να
επιστρέψει στο έδαφος.

Εκείνα τα μεσημέρια Κυριακής...κι εκείνη η αναμονή να περάσουν.
Κι εκείνος ο κόμπος στο λαιμό και η αγωνία...
να δείχνει πάντα πως ναι, περνάει καλά.

Εκείνο το παιδί που πρόσεχε πάντα να μην λερωθεί.
Να μην πεινάσει.
Να μην διψάσει.
Να μην ιδρώσει.
Να μην κουραστεί.
Να μην σε στεναχωρεί...

Εκείνο το παιδί.
Που σ' αγαπούσε.
Που του έλειπες.
Που σου έλειπε.
Που πνιγόταν απο πίκρα και απορία.
Όχι δεν περνούσε καλά εκείνο το παιδί...μα σ' αγαπούσε τόσο!!

17/8/12

Είναι που μου 'χεις λείψει


Είναι που μου 'λειψες.

Περνάει κι αυτό το καλοκαίρι και εκείνα που κάποτε ξυπνούσα βιαστικά για να τα ζήσω, τα έχω σχεδόν ξεχάσει. 

Θυμάμαι, με κρατούσες να πάμε στης αμμουδιάς από την μια άκρη στην άλλη. Και καθώς βούλιαζαν τα πόδια μας στην δροσιά της υγρής άμμου, τόσο άναβε ο πόθος μου να βουλιάξω μια για πάντα μέσα σου.

Βουτιά μες στο νερό της θάλασσας μέσα στα μάτια σου, μέσα στο στόμα σου, στο αύριο σου, στο χθες, στο σήμερα του τότε μας. Πόσο εκτυφλωτικά γυάλιζες!

Είναι που μου 'λειψες.

Είσαι μακριά κι εγώ ακόμα πιο πολύ.
Να 'χεις αλλάξει;

Ήταν εκείνες οι πεταλούδες στο στομάχι όταν σε αντίκριζα.
Ήταν εκείνη σου η γεύση.
Ήταν η μελωδία από το δέρμα σου που μου λίκνιζε το βλέφαρα.
Εσυ μαέστρος κι εγώ το βιολοντσέλο σου.

Οι μέρες μας γεμάτες προσδοκία.
Οι νύχτες μας, πάντα μικρές. Ποτέ δεν έφταναν να μας χωρέσουν ολοκληρωτικά.
Μα έτσι κι αλλιώς δεν χωρούσαμε πουθενά.
Μόνο ο ένας μέσα στον άλλον χωρούσαμε. Επικίνδυνο, έλεγα. Μα ήταν λάθος. Άλλωστε, ποιος πόθος είναι ακίνδυνος;

Είναι που μου 'χεις λείψει.

Νύχτωσε και σε σκέφτομαι από χθες. Καπνίζω και ψάχνω να σε βρω μέσα στην καύτρα του τσιγάρου μου. Μα όσο κι αν ανακατεύω τη στάχτη με το δάχτυλο, δεν γεννιούνται πεταλούδες. Κάνει παιχνίδια ο νους. Για μια στιγμή νόμιζα πως σε είδα να χορεύεις μέσα στο παγάκι του ποτού μου. Σάστισα και με μιας το έβαλα στο στόμα μου, να λιώσει. Μάταια σε έψαχνα με την άκρη της γλώσσας μου. Δεν ήσουν εκεί.

Μοιάζουν οι μέρες μου με φάλτσα ορχήστρα μουρλαμένων πνευστών.
Μένω με τα χέρια μου να κλείνουν τα αυτιά μου επί μέρες. Μουδιάζω εκεί στην ίδια στάση, με τα μάτια σφιγμένα. Κι όταν πια σιωπούν εκείνοι οι ήχοι, αρχίζω πάλι να σε ψάχνω παντού, χωρίς να κινούμαι.

Δεν μου αρέσει πια η θάλασσα. Νιώθω μόνη εκεί. Είμαι μόνη εκεί. 
Ερχόσουν πάντα και πάλευες να με κλέψεις από το νερό που με ακουμπούσε. Και με αγκάλιαζες αδύναμα μα επίμονα. Και τα μαλλιά σου κολυμπούσαν τόσο υπέροχα! Και μπλέκονταν με τα δικά μου και έφτιαχναν μπουκέτα από μάλλινα φύκια.
Τώρα δεν υπάρχει πια νερό. Μέχρι και η θάλασσα στέγνωσε και το πορτοκαλί μου μέσα ζαρώνει διαρκώς κοντεύοντας να μοιάσει με μαραμένη φλούδα από μανταρίνι. 

Σου έλεγα τότε σ' αγαπώ μα ήτανε ψέμα.
Τώρα όμως σ' αγαπώ. Αλήθεια!
Μα είσαι αλλού...κι εγώ ακόμα πιο πολύ...

Είναι που μου 'χεις λείψει.

14/7/12

Lullaby



Κάποτε μετρούσα τις ώρες.
Τώρα με μετρούν αυτές...
Έχει μείνει μόνο η ίδια ανυπομονησία για το ξημέρωμα.

Δεν ξοδεύομαι πια τα βράδια. Είναι τόσο ανόητο.
Παραμένω ένα κοινό, νυχτόβιο πτηνό, όπως από πάντα.
Μόνο η αισθητική ίσως άλλαξε...λίγο.
Δεν χτυπιέμαι πια, με κανέναν τρόπο, για κανέναν λόγο.

Ξαγρυπνάω ήρεμα, διαρκώς.
Και το ξημέρωμα είναι πάντα εκεί,
να με νανουρίζει με το Lullaby των Cure.
"Μα πόσο σκοτεινό αυτό το τραγούδι!" θα πούνε κάποιοι.
Ας λένε...έτσι πρέπει. Αν πάψουν να λένε, τι θα τους απομείνει? ΤΙΠΟΤΑ.
Εγώ συντονίζω τους παλμούς μου με ένα μπάσο και τα πιατίνια μιας ντραμς.
Και παραμένω ακίνητη, μην ξοδέψω τίποτα από την πανδαισία του ρυθμού.

Ρυθμός:
Δεν χρειάζεται -πάντα- να σε "περπατάει" και να σε ζαλίζει.
Δεν είναι αυτός ο λόγος ύπαρξης του, ανόητοι.
Φτάνει να συντονιστεί μαζί σου κι από κει και πέρα, κάντον οτι θες, αν μπορείς.

Κι όπως κάθε βράδυ,
νύχτωσε κι απόψε μια όμορφη, αστροφορούσα σκοτεινιά.
Καθόλου πρωτότυπο, θα μου πεις.
Δεν ξέρω πια αν μου αρέσουν τα πρωτότυπα. Αν υπάρχουν καν.
Κι ούτε με πειράζει. Και το κοινότυπο έχει την λάμψη του στα δικά μου μάτια.

Lullaby και ένα ακόμα στοίχημα, το ίδιο κάθε βράδυ.
Θα καταφέρω να στείλω μια καύτρα του τσιγάρου μου ψηλά?
Φυσάω με όλη μου την δύναμη αλλά ακόμα δεν τα κατάφερα...

Καληνύχτα.

21/10/11

"Τα ΟμιχλΩδη"








Εκτυπωθήκαμε...πληροφορίες εντός.

10/6/11

"Στάχτες"


ΣΥΝΘΕΣΗ: zero-project  www.zero-project.gr
ΣΤΙΧΟΙ: Βάγια Παπαποστόλου  www.vagiapapapostolou.gr







Στο μπαρ της νιότης σου      
ξανάρθες ήμερος,
γυμνός και μόνος σου
το «αχ» σου πίνοντας.

Ματιά ανήλιαγη,
καύτρα τρεμάμενη.
Στο απομεινάρι της
στάχτες του πάθους σου.

Τη θλίψη σου έσπειρες      
σε μήτρα άγνωστη.
Πόνοι γεννήθηκαν,
κόρες που σφάζονται.

Ρυθμός στο πόδι σου
τραγούδι πένθιμο
και στο ποτήρι σου
υγρό που εκρήγνυται.

Στο μπαρ της νιότης σου     
ξανάρθες ήμερος,
γυμνός και μόνος σου
το «αχ» σου πίνοντας.

Ματιά ανήλιαγη,
καύτρα τρεμάμενη.
Στο απομεινάρι της
στάχτες του πάθους σου.






7/6/11

"Μεσάνυχτοι φόβοι"


ΣΥΝΘΕΣΗ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Βάγια Παπαποστόλου www.vagiapapapostolou.gr
ΣΤΙΧΟΙ: Στάλια Παγωνά
ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ: zero-project www.zero-project.gr






Φοβάμαι…                              
Τα ζευγάρια εκείνα
Με τα μάτια τα άδεια                   
Που χορτάσαν την πείνα
Για μεσάνυχτα χάδια
                                                            
Φοβάμαι…
Τα ζευγάρια εκείνα
Που ξεβάφουν στο πλήθος
Κι αγαπούν με το μήνα
Όταν χάνεται ο μύθος

Ξύπνα, φοβάμαι…
Την αγάπη αγκαλιά να κρατάμε μη φύγει…
Ξύπνα, να πάμε
Μες στη νύχτα ξανά, σε μια τρέλα ταξίδι
Ξέρω, είναι αργά, μα η αγάπη επείγει…
                                                                         

Ξύπνα, φοβάμαι…
Πως ξεχνιέται η ζωή, στης ζωής το κυνήγι
Ξύπνα, να πάμε
Μια ακόμα φορά, της καρδιάς το παιχνίδι
Ξέρω, είναι αργά, μα η αγάπη επείγει…

Φοβάμαι…
Τις αγάπες που ζήσαν
Με φιλιά μετρημένα
Και μια μέρα γεννήσαν
Δύο σώματα ξένα

Φοβάμαι…                                                           
Τις αγάπες που ανθίσαν
Δίχως φως κι οξυγόνο
Μα μια μέρα λυγίσαν
Και χαθήκαν στο χρόνο

3/4/11

"Θέρισε Φως"

















Σύνθεση / ερμηνεία: Zero-Project
Στίχοι: Βάγια Παπαποστόλου


Αρχείο ήχου





Θέρισε φως

Κράτα ψηλά το κεφάλι, μη σωπαίνεις τις σκέψεις
Άσε τους άλλους να λύνουν εσύ παλεύεις να δέσεις.
Διεκδικώντας μια θέση στις ρωγμές κάποιας φράσης,
αγώνα κάνε να αντέξεις, με αντιρρήσεις κι ενστάσεις.

Τόπο βρες να χωρέσεις, τρόπο να καταφέρεις
με θάρρος γνώση και τόλμη τη γνώμη σου να εκφέρεις.
Και αν σε ζαλίζει η δύνη της ζωής που τραβάς
σκέψου μονάχα τι σου δίνει αυτό που ζεις κι αγαπάς.

Σπέρνουν λύπη, θέρισε φως.
Γίναν’ εχθροί, μείνε αδελφός.
Ψέμα, θλίψη, λόγος θαμπός.
Σπάσε τα όρια, ξέρεις το πως.

Μ’ εκ διαμέτρου αντιθέσεις σε συνεχείς παραβάσεις,
κατάφερε να αντέξεις όσα θες να ξεχάσεις.
Η πορεία λαξεύει και δεν ξέρεις που πας,
έχε πυξίδα τα λόγια της φωνής που αγαπάς.

Πας να σηκώσεις φωνή, μα η ανάσα στερεύει.
Γίνεται η νύχτα βουβή, μία σου λέξη γυρεύει.
Έχεις ελπίδα κρυφή που τη φυλάκισε η σκέψη·
άσ’ την ψηλά να πετάξει στους ουρανούς να αλητέψει.

Σπέρνουν λύπη, θέρισε φως.
Γίναν’ εχθροί, μείνε αδελφός.
Ψέμα, θλίψη, λόγος θαμπός.
Σπάσε τα όρια, ξέρεις το πως.

Έγινες πέτρα και κυλάς στις κατηφόρες δίχως φρένα.
Ψάχνεις δροσιά στα μάτια ενός επίπλαστου Θεού
και τρέμεις μη χαθείς μες στην ομίχλη που θολώνει το μυαλό σου.
Έγινε η θλίψη γροθιά που σου χτυπάει το στήθος
κι εσύ φοβάσαι μην πνιγείς μέσα στο δάκρυ που μουσκεύει κάθε βράδυ σου.
Κι έμεινε η μέρα σου αξημέρωτη.

Βουλιάζεις έχοντας πάρει αγκαλιά το πιο κρυφό σου «θέλω».
Αυτό το «θέλω» που ρήμαξε και φύτρωσε στο βλέμμα σου το πιο πυκνό σκοτάδι.
Γονατιστός και φορτωμένος ξεθωριασμένους στόχους ψάχνεις το βέλος σου.
Αυτό που κάρφωσες με δύναμη σε ξένα ιδανικά.
Πίνεις το αύριο σε μια μέθη που ζαλίζει το εγώ σου και το βήμα για το μπρος...
Και διψασμένος παίρνεις φόρα κι επιστρέφεις... ΠΑΝΤΑ ΠΙΣΩ...


Σπέρνουν λύπη, θέρισε φως.
Γίναν’ εχθροί, μείνε αδελφός.
Ψέμα, θλίψη, λόγος θαμπός.
Σπάσε τα όρια, ξέρεις το πως.

18/3/11

Θάλασσα δίχως ουρανό




Μουσική: Θανάσης ΛαφαζανίδηςΣτίχοι: Μαρία Κυβερνητάκη
Ερμηνεία: Βάγια Παπαποστόλου - Κωνσταντίνος Δώρας


Θάλασσα δίχως Ουρανό
νερό σ' ένα κανάτι
να ξεδιψάσεις δε μπορείς
γεμάτο είν' αλάτι

Θάλασσα δίχως Ουρανό
εικόνα δίχως χρώμα
μουτζούρα πάνω σε χαρτί
γλάστρα με δίχως χώμα

Θάλασσα δίχως Ουρανό
νύχτα χωρίς αστέρια
σκοτάδι δίχως τελειωμό
ζωή μες στη μιζέρια

Θάλασσα δίχως Ουρανό
αν γίνω, θα πεθάνω
χωρίς εσένα πλάι μου
να ζω, τί να το κάνω

21/1/11

"Γυναίκα" ~ ZERO- PROJECT






"ΓΥΝΑΙΚΑ"
Στίχοι : JB-Anastasia
Φωνητικά: Vagia Papapostolou-Zero Project
Cover photo: Fenia Labropoulou

"...Κρύψου ξανά γυναίκα μόνη
 κι άσε να ψάξω να σε βρω.
Με σιγουριά κάπου σκαλώνει
το άρωμα σ’ άκρη μοναχό.

Κρύψου ξανά μες στο σκοτάδι
κι η μοναξιά μου αχτίδα σου.
Γέρνοντας μόνο το αγκάθι
της μυρωδιάς σου πάνω μου..."

18/10/10

Εκλεπτυσμένοι στροβιλισμοί




«ΠΟΡΤΕΣ» Όχι, δεν ξέρω τίποτα.


Ακατανόητοι στροβιλισμοί. Προορισμός κανείς. Το πίσω θρύψαλα. Το μπρος αδιάφορο. Αιωρούμαι ηλιθιωδώς σε δρόμους με φώτα, ανάμεσα σε πεζούς άγνωστους, σε πεζοδρόμια και σε πόρτες δυνατοτήτων και ευκαιρίας. Αυτάρεσκες πόρτες, μυστηριακές, πάντα απόμακρες. Κι απ’ έξω δεκάδες χέρια να χτυπάνε για να μπουν. ΔΕΟΣ. Έχω για άλλοθι το ότι δεν πατώ αλλά στροβιλίζομαι, αιωρούμαι ακούσια. Αφήνομαι έρμαιο –λέω -και ότι θέλει ας γίνει, μιας και όποτε θέλησα να ορίσω μια πορεία, δεν την κατάφερα ΠΟΤΕ. Κοιτώ τις πόρτες από πάνω. Μετατοπίστηκα σε άλλο επίπεδο? Ακούγεται τόσο ενδιαφέρον και αξιόλογο! Θα το ισχυρίζομαι λοιπόν από δω και μπρος. Θα μοιάζω εξαιρετικά σκεπτόμενος και καλλιεργημένος. Στέκομαι αφ υψηλού από θέση!



«ΑΝΑΣΑ» Όχι, δεν νιώθω τίποτα.

Περνούν οι εποχές, αλλάζουν χρώματα τα μάτια και ο ρυθμός της ανάσας, το βάθος της, η διάρκεια. Η ανάσα πάντα εκεί. Ακούραστη αυτή, εγώ κατάκοπος. Άλλωστε πότε νοιάστηκε για μένα? Ζωοφόρος ανάσα, εγωίστρια και κακομαθημένη. Αυτάρκης και επιβλητική. Καθοριστική ανάσα, ένδειξη ύπαρξης, ζωής άρα και κουράγιου, δύναμης, συνέχειας. Μοναδική ανάσα, αξιόλογη, αναγκαία, απαραίτητη. Καταλυτική ανάσα. Ηλίθια ανάσα. Βαρετή ανάσα. Πάντα εκεί, φρουρός και δυνάστης καταντάς ανάσα. Ξεροκέφαλη.



«ΣΤΑΓΟΝΑ» Όχι δεν αρκούμε σε τίποτα.

Τη μια φυσάει, την άλλη καίει, την άλλη βρέχει. Φθινόπωρο. Κι εγώ παλεύω ακόμα λίγο να αλλάξω χρώμα στη σταγόνα και να την κάνω παχύρρευστη. Όπως είναι τώρα την βαριέμαι. Μου είναι άχρηστη σχεδόν. Να πέσει πάνω στο δάχτυλό μου και να μείνει για πάντα εκεί. Παχύρρευστη, διάφανη σταγόνα ολοδική μου. Το χώμα τόσα χρόνια ποτίζεται. Φτάνει. Είναι καιρός να ποτιστούν και τα δάχτυλά μου. Ζητάω πολλά? Έτσι κι αλλιώς οι σταγόνες δεν κοστίζουν, άρα έχω δικαίωμα να αποκτήσω μερικές και να τις προσαρμόσω. Θα το παλέψω ακόμα λίγο.



«ΕΚΛΕΠΤΥΣΜΕΝΟΣ» Όχι, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Πως βρέθηκαν όλοι αυτοί τριγύρω? Εκλεπτυσμένες συναναστροφές της Κυριακής. Εκλεπτυσμένοι κόμποι υπερπροσπάθειας στο λαιμό να παραμείνω εκλεπτυσμένος. ΕΚΛΕΠΤΥΣΜΕΝΟΣ. Η επικοινωνίας μας ΠΡΕΠΕΙ. Είναι νοσηρή επιλογή η μοναξιά-λένε. Είναι λίγη η παρατήρηση μέσα από το τζάμι-λένε. Είναι δειλή η μακροχρόνια στάση-λένε. ΛΕΝΕ διαρκώς. Εκλεπτυσμένη δυστυχώς προσπάθεια η τελευταία. Όλοι αυτοί οι «τριγύρω» καθισμένοι σε ημικύκλιο να πιστεύουν πως κουβεντιάζοντας εκλεπτυσμένα τα κακώς κείμενα της εποχής. Κι εγώ σε ένα στενό μπαλκόνι να ισορροπώ (επικινδύνως-λένε) πάνω στα παλιά κάγκελα της δεκαετίας του ’80.
-Θα πέσω, δεν θα πέσω.
Δεν γλιστρούσε αρκετά το παλιό κάγκελο-ήταν η σκουριά πολλή και η ολισθηρότητα είχε ασθενήσει με τα χρόνια- και τα τελευταία κατάλοιπα εκλεπτυσμού μου δεν με άφησαν να σκύψω όσο χρειαζόταν.

20/6/10

Οδοιπορικό 700 χιλιόμετρα

                                                                                                                                                                          




Εφτά χρόνια πριν.



Κάποιος ταλαντούχος θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο για εκείνη την ημέρα. Εγώ θα αρκεστώ σε μερικές γραμμές. Γιατί το να θυμάται κανείς είναι χρήσιμο. Ακόμα και για τον επαναπροσδιορισμό των καταστάσεων που μέσα στα χρόνια έχουν χάσει ίσως το σχήμα τους.



Σχήμα…



19 Ιουνίου 2003

Μια μέρα δίχως σχήμα. Η εικόνα που ερχόταν ήταν σχεδόν οβάλ αλλά κάποιες σκέψεις, κάποιες στιγμές, της πρόσθεταν οξείες γωνίες, από αυτές που αν χρειαζόταν θα γίνονταν καταφύγιο.



Ήταν όλα έτοιμα από την προηγούμενη. Βαλίτσες φορτωμένες με ότι υπήρχε και δεν υπήρχε. Λες και δεν θα επέστρεφα ποτέ. Μα θα ήταν -αν όλα πήγαιναν καλά-μόνο 4 μέρες. Η ζεστή Πέμπτη είχε ξημερώσει επιτέλους. Στην τσάντα μου τα εισιτήρια τακτοποιημένα όσο καλύτερα γινόταν. Σταθμός Λαρίσης-Θεσσαλονίκη με το τραίνο. Θεσσαλονίκη-Καβάλα με λεωφορείο του ΚΤΕΛ. (Επίσης ένα Αεροπορικό εισιτήριο από Θεσσαλονίκη για Αθήνα στην πιο μικρή και βαθιά τσέπη που υπήρχε).

Μπήκα στο βαγόνι και κάθισα. Δίπλα μου δεν κάθισε κανείς. «Τι ωραία» είπα. Δεν θα με αποσπάσει τίποτα. Κι έτσι κι έγινε. Όσο το τραίνο ξεμάκραινε από την πόλη μου τόσο ξεμάκραινε και η αυτοπεποίθηση μου, η οποία έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήταν αρκετή. Τσιγάρα, καφές και το δανικό discman του αδελφού μου ήταν εξαίρετοι σύμμαχοι σε αυτό το ταξίδι. Το στρογγυλό καθρεφτάκι έβγαινε από την τσάντα κάθε δέκα λεπτά για να μου επιβεβαιώσει το πώς η ανασφάλεια είχε γίνει πια αρχηγός σε αυτό το έργο. «Ε όχι» σκέφτηκα, «ότι σκατά είναι να γίνει, θα γίνει». Το έβαλα ανάμεσα στα δυο καθίσματα. Σφιχτά. Δεν φαινόταν πια καθόλου. Ίσως να το έβρισκε κάποιος άλλος στο επόμενο ταξίδι αυτού του τραίνου και να του φαινόταν χρήσιμο.



Το πρώτο μισάωρο πέρασε με σκέψεις ηλίθιες. Μήπως ξέχασα κάτι? Μήπως δεν έγινε σωστή συνεννόηση και μπερδευτώ? Μήπως έχω πέσει τόσο έξω και αυτός που πάω να συναντήσω δεν είναι αυτός που πιστεύω? «Τι τα θες και τα σκαλίζεις» λέω. Τώρα το τραίνο δεν γύριζε πίσω. Θα πήγαινα κι ας έτρωγα τα μούτρα μου. Τα πήγαινε-έλα μου στο «Γρηγόρης-Μικρογεύματα»-τρία βαγόνια προς τα πίσω-γίνονταν όλο και πιο συχνά. Η ανάγκη μου να καπνίσω ήταν έντονη και ασταμάτητη. Κοιτούσα την ώρα συχνά. Περνούσε κανονικά. Ούτε αργά ούτε γρήγορα. Έρχονταν στιγμές που κι εγώ η ίδια δεν πίστευα την τρέλα που κουβαλούσα, όπως δεν την πίστευαν και οι δικοί μου, φίλοι…και «φίλοι». Άρχισαν να μου κρατάνε συντροφιά πειραχτικά μηνύματα στο κινητό μου. «Ακόμα στο ίδιο τραίνο είσαι? Δεν πήρες το πρώτο της επιστροφής?». «Έλα ρε τι αγχώνεσαι? Σιγά! Κοίτα να το απολαύσεις και μην σκέφτεσαι το μετά». Τα δεχόμουν όλα αβίαστα και απαντούσα-δεν θυμάμαι τι- με ένα ύφος μεθυσμένης χαζομάρας.



Είχαν περάσει ήδη δυο ώρες. Άκουγα για δεύτερη φορά την «Εκπομπή» με την Ελευθερία Αρβανιτάκη και τότε κόλλησα στο «Εγώ το μέλλον νοσταλγώ». Από τότε ως και την Θεσσαλονίκη έπαιζα στο repeat. Δεν μπορούσα να διαβάσω, να κοιμηθώ, να ξεχαστώ. Κολλημένη στο σχέδιο. Νόμιζα πως θα μπορούσα να τα οργανώσω τα πάντα έτσι ώστε να αποδειχθούν όλα ευχής έργον. ΜΠΟΥΡΔΕΣ. Χιλιάδες σκέψεις κατάστρωσης σχεδίου δράσεις αποδείχθηκαν περίτρανα τεράστιες ΜΠΟΥΡΔΕΣ. Ωστόσο μου κρατούσαν καλή παρέα. Ένιωθα πως είχα τον έλεγχο αυτών που θα ακολουθήσουν κι έτσι κρατούσα το κεφάλι μου ψηλά σε σημείο που κάποιες (αν και ελάχιστες φορές) έσκαγα κι ένα χαμόγελο σιγουριάς.



«Παρακαλούνται οι επιβάτες για Θεσσαλονίκη να ετοιμάζονται για αποβίβαση».



Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος μου σταθμός. Εύκολα τα πράγματα. Σταθμός του τραίνου-Πιάτσα των ταξί-Πρακτορείο ΚΤΕΛ. Ήξερα πως όσο κι αν γυρίσω το κεφάλι μου δεν θα σκαλώσει το μάτι σε κανέναν γνωστό. Έτσι σταμάτησα να κοιτάζω τον κόσμο. Δεν είχα και πολλή ώρα άλλωστε. Σε είκοσι λεπτά το λεωφορείο θα ξεκινούσε για τον τελευταίο μου σταθμό. Είκοσι λεπτά που πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, παρέα με έναν ελαφρύ στομαχόπονο, μάλλον από τους καφέδες και τα τσιγάρα.



Πολύ ωραία διαδρομή, σκεφτόμουν. Και όπως διαπίστωσα με τον καιρό, πράγματι είχα δίκιο. Βέβαια, η προσμονή μου να τον φτάσω, να τον δω, έδιναν μια νότα μαγείας σε όλα. Τα χρώματα ήταν πιο ζωντανά, οι κινήσεις σε όλα ήταν πιο αρμονικές, μέχρι και την βαρύτητα ένιωθα διαφορετική. Σαν να είχε ατονήσει πολύ και όλα σχεδόν να αιωρούνταν ένα εκατοστό από το έδαφος. Και μέσα στη μαγεία, ένα άγχος που άρχισε να κυριεύει το σώμα μου με παλινδρομικές γαστροοισοφαγικές συσπάσεις. Πάλευα να το κοντρολάρω. Μάταια. Όσο πλησίαζα τόσο με πλημμύριζε ένα κοκτέιλ χαμόγελων προσμονής και μορφασμών από την στομαχική τρικυμία.



Καβάλα.



Έφτασα γρήγορα. Έτσι μου φάνηκε. Κατέβηκα από το λεωφορείο και ξαφνικά με έπιασε βιασύνη. Έπρεπε να βρω γρήγορα το ξενοδοχείο, να φτάσω στο δωμάτιο, να κλειδώσω. Πέρασα, περπατώντας γρήγορα ανάμεσα από μαγαζιά, περίπτερα, παγκάκια πλάι στη θάλασσα, γλάρους που βολτάριζαν στα πεζοδρόμια, πλανόδιους πωλητές, ταβερνάκια με καρό τραπεζομάντηλα και ευωδιά βασιλικού. Αυτά βέβαια τα είδα κάποιες μέρες αργότερα. Εκείνη την ημέρα, έβλεπα μόνο την κάθετη ταμπέλα του ξενοδοχείου την οποία, για καλή μου τύχη είχα εντοπίσει από την πρώτη στιγμή. Τρέχοντας βρέθηκα μπροστά στην γυάλινη πόρτα του ξενοδοχείου, την άνοιξα γρήγορα, έκανα ένα βήμα. Η ανακούφιση και η ασφάλεια άρχισαν να παίρνουν λίγο χώρο μέσα μου. Είχα αφήσει πίσω μου την ζέστη του απογεύματος και την πολυκοσμία μιας πόλης άγνωστης και τόσο μακρινής από την δική μου πόλη. Ανέβηκα στο δωμάτιο, άνοιξα, μπήκα, κλείδωσα. «ΤΕΛΟΣ» είπα. «Έφτασες». Είχα τρεις ώρες μπροστά μου πριν το ραντεβού μαζί του. Μπήκα στο μπάνιο, άνοιξα το νερό και άφησα για ώρα να τρέξει επάνω μου, να ξεπλύνει ότι μπορούσε, όσο περισσότερο μπορούσε. Το νερό έτρεχε κι εγώ προσπαθούσα να κατανοήσω το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να θέλει αλλά και να μην θέλει να περάσει η ώρα, ταυτόχρονα. Δεν το κατανόησα ποτέ. Και φυσικά η ώρα πέρασε δίχως να μου δώσει λογαριασμό.



-Είμαι από κάτω. Να ανέβω?

-Φυσικά και να ανέβεις!

Κι τότε τελείωσαν και άρχισαν όλα από την αρχή, εν μέσω ζάλης και εξαφάνισης κάθε έννοιας και ορισμού του χρόνου και του τόπου. Και ακολούθησαν ώρες που δεν θυμάμαι πως πέρασαν, χωρίς καμία σειρά και ειρμό. Μόνο το ξεδίψασμα της λαχτάρας θυμάμαι κάποιες στιγμές, κι αυτό γιατί ο ήλιος που έδυε κι ανέτειλε διακριτικά από τις γρίλιες μου θύμιζε πως βρίσκομαι σε πραγματικό χώρο και χρόνο και όχι σε κατάσταση REM. Κι αν η αίσθηση της πραγματικότητας επανήλθε και κρατάει καλά εδώ και εφτά χρόνια, η ανάμνηση εκείνης της μέρας εξακολουθεί να προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στους προσαγωγείς μου και ένα φτερούγισμα στο στήθος μου!



Εγώ το μέλλον νοσταλγώ. Εδώ, εκεί, παντού. Γιατί, αν ο Υμηττός ως τότε έμοιαζε με νησί, το Παγγαίο άρχισε να μοιάζει με τον συνδετικό κρίκο με το «παραπάνω», προς το μονοπάτι για το απόλυτα όμορφο και ιδανικό. 


25/4/10

"Σιωπηλός Μονόλογος"




«…θα μου δώσεις πίσω τα παιδικά μου χρόνια.

Να παρακολουθήσω το θαύμα μιας αυλαίας, να σηκώνεται στο πρόσωπό σου. Τις φωνές σε μια αίθουσα συναυλιών να σβήνουν καθώς θα υψώνεται η μπαγκέτα, την πρώτη φορά που θα δεις τη Θάλασσα!

Θα ξαναζωντανέψεις το θαύμα!

Αγριολούλουδα, βότσαλα υγρά, φιλιά που βάφουν και κολλάνε από βύσσινο γλυκό!

Επέλεξε με καμάρι την πίστη σου. Λάτρεψε τον δάσκαλο, τον προφήτη, τον άνθρωπο, τον Θεό σου! Δείξε σεβασμό στο πλάσμα που μοιράζεσαι μαζί του τον κόσμο σας. Είμαστε αδιάρρηκτα δεμένοι ο ένας με τον άλλον…να προσέχεις!

Να ξαφνιάζεσαι, να ενθουσιάζεσαι. Να βρεις τον τόπο σου. Και στα απέραντα μυστήρια του χρόνου και του χώρου, να αισθάνεσαι τα χέρια μου γύρω απ’ τους ώμους σου.

Μη φοβηθείς…»

Επίσημη σελίδα του βιβλίου "Για ένα σου χαμόγελο!"




`

8/4/10

"Πικρά νυχτώνουν τα Σάββατα"











Με δυο χαλίκια και καπνό δυο χούφτες χτίσαμε τη ζωή μας.
Κι ήταν το Σάββατο το πρώτο που ανατρίχιασε το σβέρκο και τα μπράτσα σου.
Αυτό, που ίδρωσε τις παλάμες μου από βιασύνη και λαχτάρα.
Μη δεν προλάβαινα!
Κι ήταν το Σάββατο το πρώτο που θα σου χάριζα ακόμα και το πράσινο απ' τα μάτια μου αρκεί να σε ακουμπούσα μια στιγμή.

Σ' αγάπησα όπως αγαπούσε η χλόη τη δροσιά τα πρωινά του Αυγούστου!
Ακούς;

Κάναμε τρια βήματα και πέρασαν τα χρόνια.
Ξυπόλητοι και ασταθείς και μόνοι.
Και σπείραμε όνειρα γύρω και μέσα στου Σαββάτου την λαμποκοπιά.
Όνειρα από βαμβάκι και κανέλα.
Μα νύχτωσε.
Πόσο πικρά νυχτώνουν τα Σάββατα!

Και τώρα, ξημερωμένο πρωινό κάποιας Δευτέρας τα χάσαμε όλα πια.
Γίναν τα πάντα σου δικό μου τίποτα και το όλο μου, σκόνη στα παπούτσια σου.

Πέντε ακόμα νύχτες και θα ξημερώσει πάλι Σάββατο.
Το τελευταίο. Φοβάμαι πολύ και θα φοβάμαι για πάντα λίγο.
Δεν ήταν κρίμα ούτε τα χρόνια ούτε τα όνειρα.
Μα μ' έπνιξε ένα κρίμα από χθες. Να 'ναι δικό σου;
Αυτό το ίδιο κρίμα που με έπνιγε από εκείνο το πρώτο, το ζεστό Σαββάτο και που το έδιωχνα από το στέρνο μου κάθε που ανέπνεες πάνω στα χείλη μου. Μα αυτό γυρνούσε κι έκλεβε τις αχνές, ευλογημένες ρυτίδες του χαμόγελου μου. Να 'ταν δικό σου;

Τώρα η φλέβα του λαιμού μου στάζει αργά πάνω στον ώμο σου. Αργά χύνεται και κάθε απόθεμα αντοχής.

Σ 'αγαπάω.
Φεύγω κρυφά και μη με ψάξεις.
Και μη λυπάσαι αγάπη μου.
Ήταν το κρίμα που έφταιξε και μείναν τα βήματα μονά.
Να 'ναι δικό σου;
Ας είναι...

Με δυο χαλίκια και καπνό δυο χούφτες χτίσαμε τη ζωή μας.










`