Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Ούτε να σε απαφτώσει κανείς...

...μιας και είσαι τόσο επιλεκτική που μόνο στους Τούρκους δεν ανοίγεις τα πόδια σου... (?)




Το ακούσα (σχεδόν) κι αυτό απόψε (από το στόμα της ενλόγω κυρίας ). Και μετά ψάχνεις να βρεις τα χαμένα. Για τέλος μια επιθυμία. Πόσο θα ήθελα καλή μου κυρία να μου παραχωρούσατε για μια σεζόν το άδειο σας είναι, να το φύτευα μπρόκολα να έβγαζα το χειμώνα! Που είναι και στριμόκωλες οι εποχές!




ΥΓ. Ουστ γαμώ το φελέκι μου.
ΥΓ. Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ: Το αρχικό ρήμα του τίτλου αντικαταστάθηκε διότι κάποιοι ανήλικοι φίλοι του blog (οι κάτω των 40 δηλαδή) έκαναν παράπονα. Ήταν λεει σοκαριστικό (?). Αφου λοιπόν ήταν το πρώτο και το μοναδικό που τους σοκάρισε εδώ μέσα....το άλλαξα (?)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009









-










Ε α στα κομμάτια πια.
Που τα ‘χετε ρημάξει όλα.
Δεν φτάνει που πετάω 37 ώρες μέχρι να βρω λουλούδι σε αυτό το λιβάδι, αυτό το μοναδικό που υπάρχει είναι εντελώς μεταλλαγμένο και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο!
Γιατί βρε?
Τι σας έφταιξα?
Μα δεν βλέπεται την ταλαιπώρια μου? Τη θλίψη, την απελπισία μου? Τον κόπο ζωγραφισμένο στα έρμα, τα πρόωρα γερασμένα μάτια μου?
Ένα λουλουδάκι έψαχνα και μπροστά μου βρέθηκε αυτό το τέρας της φύσης! Δεν φτάνει που αντί για πέταλα έχει ολόκληρα καρότα…Τι άλλο θα δω πια η έρμη η μέλλισα!

-Όπα ρε φίλε! Για μένα λες?
-Ωχ, μιλάς κι όλας?
-Σώπα! Εδώ μιλάς εσύ!
-Μα σας παρακαλώ κύριε…
-Βρε άντε από δω που θα μας πεις και «τέρας της φύσης»! Έχεις κοιτάξει ποτέ τα μούτρα σου στον καθρέφτη? Που ‘ν’ τα πόδια σου βρε? Στα ‘φαγε η μαρμάγκα? Το κεντρί σου το είδες ποτέ που είναι σαν πινέζα φελλοπίνακα?
-Με προσβάλετε κύριε!
-Βρε ουστ από δω που σε προσβάλουμε κι όλας! Αναγκαστήκαμε και μεταλλαχτήκαμε για πάρτη σου και θα έρθεις να μας την πεις κι όλας!
-Για πάρτη μου?
-Ναι ρε, για πάρτη σου! Πάνε δες βρε την κεφάλα σου! Που σου ‘χουν φυτρώσει δυο λαγουδίσια αυτιά μέχρι εκεί πάνω!
-Μπαρδόν?
-Βρε ουστ βρεεεεεεεεεεεεεε…να χαθείς να χαθείς. Μια καλή κουβέντα δεν θα ακούσω από κανέναν!

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

"ΑΝΗΚΩ"...ρήμα πολλά υποσχόμενο





…ε κι εγώ λοιπόν προβληματίστηκα.
Δηλαδή για να Belong δικαίως σε κάτι ή σε κάποιον,
θα πρέπει αυτό το κάτι η ο κάποιος να …
make my life complete
και να …
make me feel so sweet?
Τι μου λες!
Ε τότε δεν χωράει αμφιβολία.
Δεν ανήκω ΠΟΥΘΕΝΑ και σε ΚΑΝΕΝΑN.
Ωστόσο, κάτι τέτοιο μοιάζει μοναχικό ασχέτως του ελευθεριακού του χαρακτήρα.

Α να χαθείτε, πικράθηκα πάλι!

Σάββατο, 05 Δεκεμβρίου 2009

Αυτά τα ΟΣΑ









Αυτά τα όσα,
που μ’ ένα νεύμα σου βαθιά αισθάνθηκα,
πλάι στο βήμα σου…


Αυτά τα όσα,
που με μια κίνηση μακριά μου χάθηκα,
κρυφά μου δάκρυσα…


Αυτά τα όσα,
που ορθά, περήφανα με πλημμυρίσανε
με τον ιδρώτα σου…


Αυτά τα όσα,
που τα καμάρωσα και σου τα θαύμασα
καινούριε μου «άγνωστε»…


Αυτά τα όσα,
νεκρά κι ακίνητα που μου τα ανέστησες
γλυκά κι ανέλπιστα…


Αυτά τα όσα,
και άλλα τόσα βαθιά σου εύχομαι!
Στο μπρος και πέρα σου,
με…..κι όπως λαχταράς
να στα επιστρέψουνε και να σε στέψουνε!


--Αφιερωμένο στον αγαπημένο φίλο μου, ηθοποιό Γιάννη Ζ. που μοιραστήκαμε από τις πιο γερές συγκινήσεις ανοίγοντας η αυλαία…--

ΠΛΕΟΝ (ο μικρός Νετούρ)



















-Γιατί κατσούφιασες?
-Σκέφτομαι, έχω προβλήματα μικρέ μου Νετούρ.
-Ακόμα προβλήματα έχεις παππού? Μα τι μπορεί να σε απασχολεί πλέον?
-Πλέον? Τι παει να πει πλέον?
-«ΠΛΕΟΝ» πάει να πει πως είσαι πλέον ένας γέρος, ακανόνιστου σουλουπίου, με τεράααστιους κύκλους γύρω από τα μάτια, μπαστούνι και σκουριασμένες ιδέες.
-Κι όμως, με απασχολούν πράγματα, με προβληματίζουν. Εσύ για παράδειγμα μικρέ μου Νετούρ. Πως μπορείς, πως αντέχεις να είσαι τόσο κυνικός ακόμα δεν έκλεισες έναν μήνα ζωής?
-Χα. Έρμε παππού. Πόσο πίσω έχεις μείνει? Μα άρχισα τα ιδιαίτερα «συμπεριφοράς» από τη στιγμή που γεννήθηκα! Δεν θυμάσαι? Η κόρη σου και ο γαμπρός σου αποφάσισαν να με θωρακίσουν με όσα εφόδια μπορούν προκειμένου να μπορέσω να αντεπεξέλθω στις αντιξοότητες αυτής της τόσο ρευστής πραγματικότητας στην οποία με έφεραν στη ζωή! Διαφορετικά –λένε- δεν θα καταφλερω να επιβιώσω.
-Μα μικρέ μου Νετούρ! Είναι δυνατόν να μιλάς έτσι? Που είναι η αθωότητα σου, η γλυκύτητα, το άδολο παιδικό σου βλέμμα?
-Παππού σύνελθε! Γίνεσαι γραφικός και δεν αντέχω!
-Ίσως παιδί μου να φταίει το χάσμα γενναίων. Ίσως να έχεις δίκιο, να έχω μείνει πίσω. Δεν πειράζει όμως, εγώ ήθελα απλά να σε πάρω να πάμε μια βόλτα. Έξω έχει λιακάδα και μια βόλτα στο πάρκο θα μας φτιάξει τη διάθεση.
-Από πότε έχεις να πας στο πάρκο παππού?
-Χρόοοονια. Από τότε που ήταν η μανούλα σου μικρή.
-Δεν υπάρχει πάρκο παππού. Μας τελείωσε το πάρκο! Δεν είχε να προσφέρει τίποτα σε μας τους νέους πλέον. Πού χρόνος για πάρκα, βόλτες και ανοησίες!
-Μα το πάρκο παιδί μου είναι υγεία! Ξεγνασιά, πάρε-δώσε με τη φύση, το χώμα!
-Πάππου κάνε μου τη χάρη, με καθυστερείς. Η ώρα πέρασε και έχω μάθημα με την κυρία Ντελέντ σε 5 λεπτά.
-Ω…χίλια συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε καθυστερήσω! Πηγαίνω. Χαιρετισμούς στη δασκάλα σου, την κυρία Ντελέντ. Καλό μάθημα μικρό μου. Τι μάθημα είπαμε σου κάνει αυτή η κυρία καλέ μου Νετούρ?
-«Η χρησιμότητα της λοβοτομής στην τρίτη ηλικία» είναι το μάθημα που μου κάνει παππού. Και δεν θέλω να χάσω λεπτό! Πρέπει να προχωρήσω γρήγορα στα σημαντικά κεφάλαια και τις εφαρμογές!
-Καλέ μου Νετούρ…….

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

"Δ"έλτα



















Πόσο πονάω γλυκιά μου "Δ"έλτα!
Είχα ελπίδα, όνειρο πάλλευκο, καθάριο.
Μύριζε γλυκολέμονο, τραγούδαγε τα τεριρέμ του αρχάγγελου του λατρευτού.
Ήταν γλυκό, σε δάκρια πόθου βαφτισμένο.
Το όνομα του δώσανε άξιοι, παινεμένοι.
Κι όλοι τους με βεβαίωναν πως κάποτε θα αξιωθώ να το χαρώ δικό μου, μπρος μου, μέσα μου.

Πόσο πονάω γλυκιά "Δ"έλτα!
Είχα ελπίδα, όνειρο πάλλευκο δικό μου!
Το χρώμα το γαλαζωπό, μοίραζε δάφνες του αγρού που πότισε ο ήλιος.
Ήταν ζεστό, με ρόγα μάνας χορτασμένο.
Κι όλοι τους με παρηγορούν πως κάποτε αξιώθηκα, το έζησα, το χάρηκα, μα εκτός μου, δίπλα μου.

Τι κρίμα εντέλει.
Πάει το όνειρο αυτό. Μικρές ρανίδες θλίψης έγινε που αιωρούνται σιωπηλά μες στις σπηλιές του μυαλού μου. Και η ψυχή μου, νωπό βαμβάκι χωρίς λευκό και αφράτο πέπλο. Ποτίστηκε από υπομονή που έγινε μούχλα με άρωμα βαρύ και καπνισμένο.
Μου κόβεται η ανάσα σου λέω!
..δεν ακούς? Κάνει κάτι!

Όχι όχι, δεν θυμάμαι, ειλικρινά.
Δεν ξέρω καν ποιο ήταν εκείνο το όνειρο.
Μα τι νόημα θα είχε άλλωστε?
Πάει τόσος καιρός…
Κι εγώ σταμάτησα να ονειρεύομαι γλυκιά μου"Δ"έλτα!
Κι εσύ δεν είσαι πια τόσο γλυκιά.
Σου το ‘χω πει?

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

"Moelio και Silve"



















ΔΕΝ έχω ΧΩΡΟ να πάρω ΦΟΡΑ.
Κι ο χρόνος, πάει κι αυτός…νομίζω. Μου τον κατάπιε χθες το βράδυ. Όλον.
Είναι δύσκολο. Με πιάνει μίσος, ίσως.



Με γρονθοκοπάει η τάση μέσα μου και δεν έχω χώρο να πάρω φόρα. Και δίχως φόρα που να πας αγαπημένε? Πώς να πας?



Αγαπημένε Silve,
Μην τολμήσεις να με ξαναχρεώσεις οτιδήποτε. Εκτός κι αν φτύσεις αυτό που μου κατάπιες χθές…θυμάσαι. Το χρόνο μου.
Κι εσύ τάχα θλιμμένε μου πιερότε με τα μαύρα, Moelio,
Σου απαγορεύω να με ξανακοιτάξεις στα μάτια. Είσαι πονηρός μα τόσο φτωχός. Σου έχω αδυναμία, το ξέρεις. Θα μπορούσα μέχρι και έρωτα να σου έτρεφα. Μα όχι. Τι διαθέτεις άλλωστε να μου δώσεις? ΤΙΠΟΤΑ.
Κι εγώ πονάω. Τα πόδια μου τρέμουν από το επιτόπου τροχάδην από τότε που γεννήθηκα. Θέλω να το ανοίξω το βήμα. Να τεντωθώ, να χορτάσω αποστάσεις. Μα δεν έχω χώρο.
Όοχι όχι. Δεν μπορώ να το κάνω. Θέλω δικό μου χώρο. Τον δικό σου τι να τον κάνω?

Μην επιμένεις. Δεν σε πιστεύω. Και καλύτερα γιατί αν σε πίστευα θα σε είχα για τρελό. Από την φόρα σου δεν θέλω να κλέψω. Την δική μου αναζητώ, και τον χώρο μου πίσω.

Ακούς Silve?
Φέρε τον χώρο μου πίσω γαμώτο.
Φέρ τον όλο! Όλο, όλο!
Έτσι κι αλλιώς και που τον πήρες? Αγριόχορτα και τσουκνίδες άφησες να τον σκεπάσουν. Ανάξιε Silve. Θα ντρεπόσουν αν είχες μια στάλα τσίπα στο πετσί σου.
Φτωχέ μου Silve…έλα. Έλα μη φοβάσαι, να σε σκοτώσω θέλω μόνο. Έτσι λίγο. Να μου φύγει ο θυμός για το «ΕΠΙΤΟΠΟΥ» που μου επέβαλες ως γνήσιος κλέφτης.

Κι εσύ Moelio βούλωσέ το επιτέλους.
Σε έχω σιχαθεί πια. Κάτω από το πέπλο του γοητευτικού «ΜΑΥΡΟΥ» σου, αυτού του πυκνού μαύρου που πρεσβεύεις τάχα, ενώ η καρδιά σου βαράει ντέφι από φόβο και τρόμο για το οτιδήποτε. Φτωχέ, φθηνέ, πανέμορφέ μου Moelio. Σε ονειρεύομαι συχνά γυμνό μα εγώ παλεύω και τελικά σε ντύνω. Με αυτό το «ΜΑΥΡΟ» που γουστάρεις. Και καλά να πάθεις. Μπουρδουκλωμένος έτσι. Μέσα στα ίδια σου τα λόγια. Καημένε Moelio μου.



Παω τώρα. Να κλάψω λίγο ακόμα και να σας σιχαθώ όσο δεν παίρνει. Δεν σας έχω. Χαθείτε σας λέω! Κι αν μου κλέψατε το χώρο και δεν μπορώ να πάρω φόρα, χάρισμά σας. Χαλάλι στην φτώχια που σας γέννησε και την μιζέρια που σας βυζαίνει από βρέφη. Αρκεί να μην σας ξαναδώ. ΠΟΤΕ.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Απομεινάρια

















Στο μπαρ της νιότης σου
ξανάρθες ήμερος,
γυμνός και μόνος σου

το «αχ» σου πίνοντας.

Ματιά ανήλιαγη,
καύτρα τρεμάμενη.
Στο απομεινάρι της
στάχτες του πάθους σου.

Τη θλίψη σου έσπειρες
σε μήτρα άγνωστη.
Πόνοι γεννήθηκαν,

κόρες που σφάζονται.

Ρυθμός στο πόδι σου
τραγούδι πένθιμο
και στο ποτήρι σου
υγρό που εκρήγνυται.

Τα χείλη ασάλευτα

και στο τασάκι σου
μνήμες να καίγονται
αγάπης που ‘σβησε.


`

Ταρατατζούμ και τσούμπαπα

`






















Είμαι ένας τόσο δα μικρός ονειροπόλος μουσικός
παραμυθάκια τραγουδώ με το ακορντεόν μου.
Γι’ αυτά που ερωτεύτηκα, για όσους με ζορίσανε
για όλους αυτούς που αγαπώ και σέρνω στο χορό μου

Με το ριγέ μπλουζάκι μου και διάθεση άλλης εποχής
βαδίζω πάντα επί σκηνής για όνειρα τραγουδάω.
Χωρίς λουστρίνι και γιακά και ύφος μπλαζέ περιωπής.
Κι αν ζόρια έχω όπως κι εσείς, δεν σας το μαρτυράω!

Ταρατατζούμ και τσούμπαπα και με κουμπάρο και παπά
ελάτε να παντρέψουμε στίχους και μελωδίες.
Αφήστε πίσω τα πικρά, απόψε έχουμε χαρά!
Και κάθε ανθρώπου τα’ άσχημα θα γίνουν κωμωδίες


Ποτέ δεν θα απολογηθώ, ούτε θα εξομολογηθώ
το πώς κρατάω το χαρτί και το μικρό μολύβι μου.
Τη δόξα δεν τη ζήλεψα, για δάφνες δεν παρακαλώ
τους στίχους μου τους σκάρωσα απλά για το χατίρι μου

Ταρατατζούμ και τσούμπαπα και με κουμπάρο και παπά
ελάτε να παντρέψουμε στίχους και μελωδίες.
Αφήστε πίσω τα πικρά, απόψε έχουμε χαρά!
Και κάθε ανθρώπου τα’ άσχημα θα γίνουν κωμωδίες




`

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Μια ντροπαλή σταγόνα


















Μία σταγόνα ντροπαλή και κουρασμένη
άξαφνα έσταξε στου μέτωπου το πλάι.
Κύλησε κι έγειρε στη λάκα του κροτάφου.
Πάει…καταστάλαξε στους ρόζους των χειλιών σου.


Μ’ ένα φιλί λίγη απ΄ τη γεύση της μου δίνεις
κι αυτή μου φτάνει να ποτίσει όλα τα χρόνια,
αυτά που έλειπες και δίψαγε η αυγή μου
γιατί της έλειπε μια ντροπαλή σταγόνα.


`

Σάββατο, 04 Ιουλίου 2009

"Η ΤΖΕΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ"


































Κύριοι μου καλοί, με πληρώνετε εδώ, και σας κάνω όλα τα γούστα
και μου ρίχνετε πεντάρες και σας λέω ευχαριστώ
στο φτηνό ξενοδοχείο στη φτηνή την προκυμαία
και δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε, μα δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε!



Μα ένα βράδυ βουητό στο λιμάνικι όλοι λενε τι είν΄αυτό το βουητό
και αλλάζω τα σεντόνια και γελάω κι όλοι λενε «αυτή γιατί γελάει?»



Κι ένα μαύρο καράβι με 50 κανόνια στο λιμάνι έχει μπει



Κύριοι μου καλοί σας λυπάμαι καθώς παζαρεύω ποιόν θα πάρω τη νυχτιά
γιατί σε κρεβάτι απόψε δεν θα κοιμηθεί κανένας
μα σας λέω την ταρίφα και γελάω κρυφάπου δεν ξέρετε ποια είμαι εγώ,
που δεν μάθατε ποια είμ΄εγώ!



Και μέσα στη νύχτα ουρλιαχτό στο λιμάνικι όλοι λένε "τι΄ν’ αυτό το ουρλιαχτό"
και ορμάω στο παράθυρο με γέλια κι όλοι λεν "τι πανηγυρίζει?"



Και το μαύρο καράβι κατά πάνω στην πόλη τα κανόνια γυρνά



Κύριοι μου καλοί τώρα πια δεν γελάτε τώρα η πόλη έχει γκρεμιστεί
κι όλα τα βρωμόσπιτα σας τα γκρέμισαν σε μια νύχτα
απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο δω κι απορείτε γιατί τ΄αφησαν αυτό!



Μόνο το μπορντέλο στέκει όρθιο στη πόληκαι ρωτάτε "ποιος να έμενε εδώ?"
και θα βγω στην πόρτα εγώ σαν ξημερώσει και θα πουν "γι΄αυτήν ήτανε λοιπόν!"



Και το μαύρο καράβι τη σημαία σηκώνει να με υποδεχτεί

Και κοντά μεσημέρι, εκατό μαύροι άντρες βγαίνουν από το καράβι και σας πιάνουν,
και θα δέσουν μ' αλυσίδες όποιον είχα πελάτη
και δεμένους μ' αλυσίδες θα σας φέρουνε μπροστά μου.
Και θα με ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω και θα ρωτούν εμένα ποιανού κεφάλι θέλω!

Κι όταν θα χτυπάει μεσημέρι στο λιμάνι θα ρωτάτε « ποιος θα κρεμαστεί?».
Και θ' ακούσετε ν' αποφασίζω: ΟΛΟΙ!!
Κι απάνω στα κεφάλια σας θα πω: ΕΤΣΙ!!


Και το μαύρο καράβι τα πανιά του ανοίγει και με παίρνει μακριά.



-Φωτογραφίες από την μουσικοθεατρική παράσταση στο ΙΜΑΡΕΤ της Καβάλας, Απρίλιος 2009-

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

"MOYΣΙΚΗ ΑΜΙΛΛΑ"-ΙΑΝΟΣ 29 Ιουνίου










Στα πλαίσια της Μουσικής Άμιλλας (πλαίσιο δράσεων για την δημιουργία δυνατοτήτων για νέους δημιουργούς), σας καλούμε σε μια βραδιά που συνδυάζει την μουσική, την ποίηση και τους στίχους του διαδικτύου, με την ενσάρκωση των ονείρων, τις βραβεύσεις των πρώτων και τις εναλλακτικές μορφές κοινωφελούς προσφοράς

Η κεντρική παρουσίαση της εκδήλωσης θα ανήκει στην Καλλιόπη Βέττα, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Βαγγέλη Πανταζή και ερμηνευτές τους Πόπη Αστεριάδη, Βάγια Παπαποστόλου και τους "Ut Des", Μιχάλη Θωμά και Δημήτρη Καραβά.

Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
Χορηγός επικοινωνίας, θα είναι το Love Radio και Νίκος Γκαραβέλας.

Έναρξη: 8 μ.μ.

Γενική επιμέλεια της εκδήλωσης: Λάμπρος Λαγός
Μουσική επιμέλεια: Βάγια Παπαποστόλου
Με την στήριξη του kithara.gr

ΜΕΡΟΣ Α

1) Καλωσόρισμα: Καλλιόπη Βέττα.
2) Γ. Μεράντζας (συμβουλές για νέους δημιουργούς)
3) Βραβεία 1ου Δ. Στίχου από Θ. Καλλίρη
4) Θα ακουστούν μελοποιημένα βραβευμένα θέματα του 1ου Διαγωνισμού Στίχου.
5) Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Α.Π.Θ. (Νεοελληνική Μετρική - Αφιέρωμα σε Θρ. Σταύρου)
6) Πόπη Αστεριάδη (ερμηνεία )



ΜΕΡΟΣ Β

1) Ανάδειξη του Ποιήματος της χρονιάς 2008 με Κριτική Επιτροπή τους: α) Τάκης Ιωαννίδης (ποιητής, Αντιπρόεδρος Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών) β) Νικόλας Κολοκοτρώνης (ποιητής, συγγραφέας) γ) Άννα Μοσχονίδου (ποιήτρια, συγγραφέας)
2) Η Βάγια Παπαποστόλου, ο Δημήτρης Καραβάς και ο Δημήτρης Ήμερος στο πιάνο ερμηνεύουν τραγούδια από την Ελληνική μουσική σκηνή του χθες και του σήμερα
3) Παρουσίαση του 1ου Ψηφιακού Βιβλίου Ποίησης και παραχώρησης του στον Μ.Κ.Ο. το Χαμόγελο του Παιδιού .

Συμμετοχή του Μικρού Πολυτεχνείου και Νίκου Ρεπούλιου. Συγγραφείς-Ποιητές, μέλη του kithara.gr. Μουσική επιμέλεια, Βάγια Παπαποστόλου.

4) Οι "UT DES" στη σκηνή με τραγούδια από την Ελληνική μουσική σκηνή.
5) Κλείσιμο της εκδήλωσης

Ευχαριστούμε όσους έχουν εργαστεί για το στήσιμο της εκδήλωσης και σας περιμένουμε όλους!


Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Η Αλλαγή της ΩΡΑΣ




















Έτρεξες στο παράθυρο που είναι γεμάτο στέγες,
σα μαγεμένη από το φως του φθινοπώρου, αράχνη.
Έτρεξες σαν την ταραχή που γαργαλάει τις φλέβες
και στάθηκες μπρος στου τζαμιού την δακρυσμένη πάχνη.

Ποιο αερικό πολιορκεί τα παλάτια σου;
Η ομίχλη μες στο άδειο δωμάτιο τρυπώνει.
Kρύος αέρας τρεμοπαίζει στα μάτια σου.
Πως πέρασε η ώρα! Νωρίς σουρουπώνει.

Μικρό παιδί οκτώ χρονών στη θέα του τοπίου,
τη μάνα σου φωνάζεις με σιωπή που σπάει το τζάμι.
Δεν γύρισε ακόμα και η αίσθηση του κρύου
παγώνει τον ιδρώτα που κυλάει στην παλάμη.


Σβήνει το φως τ’ ουρανού του βαθυγάλαζου.
Ποια μοναξιά σε απειλεί στο σκοτάδι?
Βαριά και ανεξίτηλη η οσμή του καπνομάγαζου,
Μάνα μην αργείς! Δε βλέπεις? Έπεσε το βράδυ!»



-Στον μικρό Βασίλη και όλες της καπνεργάτριες μάνες της δεκαετίας του '70



`

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Γλυκιά μητέρα μου






















Τόσος ο πόνος που δεν πρόλαβα να γράψω
δύο τετράστιχα όταν σ’ είχα στη ζωή μου!
Μάταια διατάζω εδώ την όση δύναμή μου
ρίμες να δέσω στη σειρά δίχως να κλάψω.

Η ανάσα κόβονταν και μου ‘κοβε τα πόδια
δύο σιωπές κραυγάσαν, στάξαν απ’ τα μάτια
κίτρινο δάκρυ. Με μια απόφαση αναρμόδια,
πενήντα χρόνια με μιας έγιναν κομμάτια.

Γλίστρησες μεσ’ από τα χέρια μου σαν βόλος.
Ήταν το κράτημα αδέξιο, φοβισμένο.
Σ’ είδα να φεύγεις και μαζί σου ο κόσμος όλος
έγινε ένα άσπρο μαντηλάκι μουσκεμένο.

Τώρα δεν έχω σε ποιόν ν’ αποδείξω κάτι.
Ήσουνα η μόνη αναφορά μου και πυξίδα
και ημερολόγιο να πω όλα όσα είδα.
Έρωτες, τυχερά, αμαρτίες μου και λάθη.

Κάποιες καρτούλες γενέθλιων μου κοιτάζω
και τις ευχές σου μες το πέτο μου έχω ράψει.
Τα μαύρα απώλεσα, το χθες σου αναπαύω
και όλο το αύριο μου από χθες το έχω κλάψει.

Σήμερα φόρεσα το άσπρο σου φουλάρι
και το μικρό κομπολογάκι σου κρατάω,
αυτό το διάφανο, από πέτρες κεχριμπάρι.
Στο κάθε χτύπημα τα λόγια σου μετράω.

Γέμισα όλη την αυλή μου φρέσκο χώμα
και κάθε μέρα την ποτίζω μαύρο δάκρυ
και περιμένω το πρωί στο κρύο γιόμα,
μια μοβ κορφούλα σου στης γλάστρας μου την άκρη.





'

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Αλήθεια























Κάποτε γνώρισα μια νέα,
ψηλή, αγέρωχη, μοιραία.
Ήταν τυφλή μα προικισμένη,
του θάρρους μάνα και ερωμένη.


Εγκυμονούσε την υδρόγειο
σ’ ένα διαμέρισμα υπόγειο
και κράταγε λογαριασμό
σ’ ένα παλιό ημερολόγιο.


Άλλους τους φόβιζε,
κάποιοι τη λάτρεψαν
και με τον κόρφο τους
κρυφά την πάντρεψαν.


Παντού υπήρχε,
κρυφά ανάσαινε,
και σ’ όποιον χώραγε
μέσα του βάθαινε.


Πόσο φοβάμαι το τόσο δέος σου
και ας γνωρίζω το μέγα χρέος σου!
Δική μου γίνε, πιες απ’ το αίμα μου,
πνίξε με τόλμη το κάθε ψέμα μου.





.

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

O Αλλόκοτος με το κόκκινο σκουφί







-Μην κάνεις πίσω…Με φοβάσαι?
-Ναι
-Γιατί?
-Γιατί είσαι αλλόκοτος!
-Αλλόκοτος?
-Αλλόκοτος, ναι. Που ‘ναι το σώμα σου?
-Χάθηκε το σώμα μου. Πέρυσι την άνοιξη.
-Μπα? Και τώρα?
-
-
-Θες να γίνουμε φίλοι?
-Όχι
-Επειδή είμαι αλλόκοτος?
-Ναι, επειδή είσαι αλλόκοτος. Που ‘ναι το σπίτι σου?
-Χάθηκε το σπίτι μου. Πέρυσι το καλοκαίρι.
-Μπα? Και τώρα?
-
-
-Έλα, κάτσε λίγο να μου κάνεις παρέα!
-Όχι
-Γιατί?…
-Σου είπα. Γιατί είσαι αλλόκοτος! Που ‘ναι η ανάσα σου?
-Χάθηκε η ανάσα μου. Πέρυσι το φθινόπωρο.
-Μπα? Και τώρα?
-
-Δεν έχεις σώμα, δεν έχεις σπίτι, δεν έχεις ανάσα. Έχεις μόνο ένα γέρικο κεφάλι με σκουφί. Είσαι αλλόκοτος πολύ! Μήπως έχεις ΙΔΕΑ που είμαστε?
-Ναι έχω ΙΔΕΑ! Άμα σου πω θα με κάνεις φίλο σου?
-Θα σε κάνω φίλο μου, για λίγο όμως!
-Είμαστε στο Πουθενά και είναι Χειμώνας! Η τελευταία εποχή, η τελευταία μου ευκαιρία να πάψω να είμαι αλλόκοτος.
-Σοβαρά? Κι εγώ ποιος είμαι?
-Εσύ? Εσύ είσαι το σώμα μου, το σπίτι μου, η ανάσα μου.
-Α ναι? Κι εσύ ποιος είσαι?
-Εγώ είμαι εσύ. Δεν θυμάσαι? Εμείς οι δύο φτιάχνουμε ένα. Γι’ αυτό σου λέω, έλα να γίνουμε φίλοι.
-Όχι, θέλω να φύγω.
-Δεν με λυπάσαι?
-Όχι
-Σε παρακαλώ…μη με αφήνεις μόνο μου. Είναι χειμώνας!
-Όχι, θέλω να φύγω.
-Θα με πάρεις μαζί σου σώμα μου, ανάσα μου, σπίτι μου μονάκριβο?
ΠΑΡΕ ΜΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ!
ΣΩΜΑ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ
ΑΝΑΣΑ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ…..


Πάρε με...
Πάρε με....
Πάρε με.....
Πάρε με......



Όμως εκείνος έφυγε και o αλλόκοτος έμεινε λίγο ακόμα μόνος του, μέχρι που χάθηκε ο χειμώνας, έχασε το κεφάλι του και χάθηκε κι αυτός για πάντα. Έμεινε μόνο το κόκκινο σκουφί του να στέκεται πότε στα ξερά κλαδιά και πότε να ανεμίζει στα γκρίζα σύννεφα.






.-

Σάββατο, 04 Οκτωβρίου 2008

Φθινοπωρινής σποριάς

'





Πρώτη ομίχλη της χρονιάς
κι αυτής της αύρας της «βαριάς»
το απομεινάρι.

Δεν είναι άλλο απ’ ομορφιά.
Του άλικου οίνου μια γουλιά
Υψιστη γέννα στου χειμώνα το κλωνάρι.





,

Πέμπτη, 02 Οκτωβρίου 2008

Αι Σιχτίρ…




Όλοι τους.
Αι Σιχτίρ γκλαμουράτοι γιάπηδες του κώλου, που στα τριάντα-φεύγα σας το βρακί σας το πλένει ακόμα η μάνα σας. Οι επαναστάσεις σας μάραναν. Πού βρε? Στα καναπεδάκια των πουλ-μπαρ και των σαλέ? (προσοχή στο πέδιλο του σκι, μην έρθει τούμπα και σας σκίσει το εμπριμέ σοσόνι)

Αι Σιχτίρ κορασίδες ατάλαντες, μπαρμποειδείς και ακατοίκητες…μετά φταίει ο αναίσθητος ο γκόμενος…

Αι Σιχτίρ αφεντικά με τζιπ πετρελαίου και σπίτια με θέα στους ωκεανούς…που ξεχάσατε την κατσίκα του πατέρα που αρμέγατε μέχρι πρότινος και προσκυνάτε τις σκασμένες φτέρνες της χειραφετημένης πεθεράς...μπρρρρρ-κιτς-κιτς-κιτς!

Αι Σιχτίρ φίλοι της καλοπέρασης και του Σαββατόβραδου και του «γεια, τι λέει»…που στην πρώτη στραβή έχετε βαρύ πρόγραμμα και ανειλημμένες υποχρεώσεις...ουστ!

Αι Σιχτίρ χαραμοφάηδες με πενθήμερο-οχτάωρο (μη χέσω), γκισέ, μονιμότητα και ύφος καρατίων, ΚΑΦΡΟΙ!…έρχεται όμως ο καιρός…

Αι Σιχτίρ φρεντοπότες των καφέ τις υποκρισίας και του νυφοπάζαρου…τραβάτε πλύνετε κάνα δόντι λέμε…!

Αι Σιχτίρ διευθυντάδες και διδάσκαλοι που η αμορφωσιά και η κακομοιριά σας τρέχει από τα μπατζάκια και τους παλιομοδίτικους γυαλοσκελετούς σας…φουκαράδες.

Ναι, φρικάρισα και σ’ όποιον αρέσει.
Γιατί καιρός φέρνει τα λάχανα…και πειράζουν και στο στομάχι.
Κι όποιος έχει τη μύγα, να την καταπιεί και να πνιγεί!!!
Να ησυχάσουμε…

Χρειάζομαι αέρα και σκάλωσε και ο μεντεσές.

Πόσοι ωραίοι άνθρωποι υπάρχουν τελικά σε αυτό τον τόπο???
(ρητορικό το ερώτημα)

Καλό μας βράδυ και εις άλλα με υγεία.

Κούκου!

`

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Καταζητείται !!!





Καταζητείται από την αστυνομία ημεδαπή, η οποία φέρεται ότι εκ-βίαζε κατ' εξακολούθηση κάθε μαυρισμένη και ένοχη συνείδηση όλων όσων μπορούσαν αλλά δεν τόλμησαν αλλά επίσης και όλων όσων δεν μπορούσαν αλλά προσποιήθηκαν πως μπορούσαν μια χαρά.

Όπως κατήγγειλαν τα θύματα στην αστυνομία, πρόκειται για γυναίκα, 28-33 ετών, με κατάλευκο πρόσωπο, κόκκινα μαλλιά και μάτια, κόκκινο πουκάμισο, κόκινη φούστα και μαύρα γάντια, η οποία δεν μιλάει, κινείται αργά, κοιτάζει ερευνητικά και κρατάει σημειώσεις σε ένα κόκκινο σπιράλ τετράδιο.

Σε έλεγχο στο σπίτι της δράστη, βρέθηκε υλικό ενήλικης ανορθογραφίας όπως και κασέτες με ηχητικά ντοκουμέντα στα οποία φέρεται να εκ-βιάζει ανυποψίαστους α-πολίτες σχετικά με λάθη του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και του μέλλοντός τους.

Όποιος είδε ή άκουσε κάτι σχετικά με αυτή τη γυναίκα, παρακαλείται να επικοινωνήσει με την αστυνομία ή να κάνει την καταγγελία του στο παρόν blog. Όποιος δε την συναντήσει, να μη διστάσει να της επιτεθεί προκειμένου να την ακινητοποιήσει, δέσει-φιμώσει και παραδώσει νεκρή η ζωντανή στις αρχές.



Ο ευρών αμειφθήσεται !!!

`

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

"Δεν θα γυρίσω πίσω" (ο διάλογος)

Στίχοι: Βάγια Παπαποστόλου
Μουσική: Σ. Σαββαίδης
Ερμηνεία: Βάγια Παπαποστόλου-Βασίλης Δημούδης







den_tha_gurisw_pisw.wma -




Κι αν το πρωί μυρτιές-μετάξια υφαίνεις
τις νύχτες τη χαρά μου κόμπο δένεις
και με ξυπνάς και μου ζητάς.

Κι αν σε ξυπνούσαν χάδια και στολίδια
στο πρώτο βλέμμα σου, αποκαΐδια
με ξαγρυπνάς, τι μου ζητάς;

Να ζέψεις σύννεφο ακριβό και πίσω να γυρίσεις
τις υποσχέσεις και τα τάματα να μου θυμίσεις.


Εγώ στα δάκρυα σου φλόγες ρίχνω
μα απ’ της φωτιάς το χρώμα, στάχτες πίνω
και με ξυπνάς και μου ζητάς.

Κι αν σου χαρίσαν σμύρνα και λιβάνι,
εσύ αντί κρασί, κερνάς μελάνι.
Mε ξαγρυπνάς, τι μου ζητάς;

Να ζέψεις σύννεφο ακριβό και πίσω να γυρίσεις
τις υποσχέσεις και τα τάματα να μου θυμίσεις


Κι αν ότι γέννησα μου το ‘χεις θρέψει
τα κρίματα μου πλήθεια, αγκάθια η σκέψη.
και σε ξυπνώ και σου ζητώ.

Θα ζέψω σύννεφο ακριβό, δεν θα γυρίσω πίσω
τις υποσχέσεις και τα τάματα θα σου χαρίσω.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

To πορτοκαλί κασκόλ



Αυτό ήταν.
Τελειώνει όπου να ‘ναι κι αυτό το καλοκαίρι.
Και έβρεξε και δρόσισε και φύσηξε σήμερα!
Το φθινόπωρο κοντεύει…και να ‘ξερε πόσο το λατρεύω!
Μαζί και τις μυρωδιές του και τα χρώματα.
Και το χώμα το υγρό με τις φρέσκιες πρασινάδες.
Τις λεύκες με τα καινούρια φύλλα και τα ουράνια τόξα να ζωγραφίζουν κύκλους πάνω στα σύννεφα τα άσπρα, τα κατάλευκα.
Το χάρτινο ψάρι στην αυλή της κυρα Βούλας, με την ουρά-μύλο, στριφογυρνάει σαν τρελό απ’ τον αέρα και ο Άρης, ο μικρός σκυλάκος που φέρανε προχθές, τρέχει χοροπηδώντας γύρω-γύρω να την προφτάσει. Τρέξε Άρη, τρέξε να μεγαλώσεις αγόρι μου. Να γίνεις σκύλος μεγάλος και φύλακας σωστός. Μας περιμένει χειμώνας!
Φθινόπωρο!
Να κι ο Κοσμάς, το σκιάχτρο του κυρ Θανάση στην κλημάτινα!
Κοίτα!
Από χθες έβαλε το πορτοκαλί κασκόλ του!

Τετάρτη, 06 Αυγούστου 2008

ΤΕΛΙΚΑ



Τελικά,
δεν υπήρξα προικισμένη με καμία λογοτεχνική ενόραση,
ούτε καν όραση.
Όσα ονειρεύτηκα
κι όσα πόθησα να μπορούσα,
έγιναν τίποτα.

Τελικά,
όσα σκεφτόμουν πως μπορώ
και πως με αξία θα με τιμήσουν κάποιο απόγευμα,
όσα λαχτάρισα να δημιουργήσω και τόλμησα να φανταστώ,
συγγραφές, συνθέσεις, καινοτομίες και θαυματουργές χημείες,
έγιναν τίποτα.

Και όσα φώναζα πως θα κατάφερνα,
με τα μάτια γουρλωμένα και το δάχτυλο ορθό,
έγιναν ατέλειωτη, χειμωνιάτικη βροχή,
που το νερό της το περίσσιο,
κύλησε
και λίμνασε σε σκοτεινά υπόγεια και λούκια βρώμικα
απ’ του καιρού την κουρασμένη υπομονή.
Τέτοιο νερό τα όνειρά μου,
Τροφή για βρύα και βατράχια.

Τελικά,
υγρασία και μούχλα τα όνειρα μου.
Στάθηκαν μέσα μου εχθές και έγινα βάλτος.
Φυτρώνω πια φύκια με αγκάθια και μαύρα νούφαρα.

Κι αν το ποτήρι μου έσπασε στο χέρι
κι ένα μεγάλο του κομμάτι κρατάω να κόψω το στήθος μου,
να τα ξεριζώσω,
δεν τολμώ…το μέσα μου να αντικρίσω.

Κι έτσι,
ΤΕΛΙΚΑ,
αρχίζω και πάλι απ’ την αρχή, να φωνάζω και να ελπίζω.

Άλλωστε,
μια λίμνη έγινα…και βάλτος.
Δεν φοβάμαι,
Ούτε λυπάμαι πια.

ΤΕΛΙΚΑ
αφού το απαράδεχτο δέχτηκα,
έτσι θα συνεχίσω όσο μου μένει,
μέχρι να έρθει η ώρα να κατοικήσω επιτέλους στο γυαλιστερό, ξύλινο σπίτι μου, με τις δαντέλες και τα λουλούδια, την ησυχία,
Χωρίς όνειρα και προσδοκίες πια.





.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Ατελείωτα Δρομολόγια




















Δεν έχω λόγια.
Στα ατελείωτα δρομολόγια,
με μία στραβοτιμονιά
σπάω τα εμπόδια.

Πηγαίνω κι έρχομαι,
μέσα στην κούρσα την βουβή
και σε μια σκέψη παλαβή
κλείνομαι ισόβια.

Κι αν φυλακίζομαι,
έξω απ’ τα κάγκελα του νου,
μέσα στα δέσμια του καπνού
απ’ το τσιγάρο μου,

κι όλα τα ανέχομαι,
και επανέρχομαι,
γιατί τα άμοιρα της μοίρας μου
τα δέχομαι...

Τί θα 'ναι να 'ξερα,
όπως η πτώση μου γελά,
πίσω απ' αυτά τα κάγκελα
σα θα πετώ,

'δε θα 'ναι πόνος' λες,
'δε θα 'χει γιο η λογική
κι ούτε σταγόνες η βροχή'
και δε θα κλαις.


(όταν οι αποστάσεις χιλιομέτρων σπάνε, τότε τα δρομολόγια, αν και ατέλειωτα, μοιράζονται και ελευθερώνονται…)

Ευχαριστώ την φίλη μου Κατερίνα Τ. για τα δυο τελευταία της, πανέμορφα τετράστιχα!

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Αποτυπώματα Ακροατών Νο1

























(...κλικ επάνω στην εικόνα για πιο εύκολη ανάγνωση)

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Μπαμπά τρέξε!
























Θυμάσαι τότε?
Μεσημέρι, μπήκες στο σπίτι και γραπώθηκα από πάνω σου με τόση αγωνία.
Φορούσες τα ρούχα της δουλειάς. Μύριζες σίδερο και γράσο. Σ’ αγαπούσα και σε θαύμαζα τόσο πολύ!
Από το πρωί κάτι μου έλεγε πως θα μου φέρεις ένα παιχνίδι. Δεν ήταν η γιορτή μου, ούτε τα γενέθλια μου. Τα Χριστούγεννα είχαν περάσει και το Πάσχα αργούσε ακόμα πολύ.
Όμως ήμουν σίγουρη, κάτι θα μου έφερνες!
Σε έφερα γύρω-γύρω, έψαξα τις τσέπες σου, τα χέρια σου, παντού…και τελικά το βρήκα. Το είχες αφήσεις έξω από την πόρτα. Ένα μεγάλο αρκουδάκι με κόκκινο κασκόλ!

Μπαμπά,
από εχθές θέλω να σου το πω…
Μέρες το έψαχνα. Το βρήκα στην αποθήκη, θλιμμένο, αγέλαστο και αμίλητο.
Ούτε που με κοίταξε.
Και τρέμω μπαμπά! Θα φύγει για πάντα, λέει.
Φοβάμαι! Μαζί του θα πάρει και τη χαρά, και τη λαχτάρα μου! Εκείνη τη λαχτάρα που κρατάει ακόμα.
Μπαμπά μην αργείς!
Έλα να του μιλήσεις, να μείνει, να μην μ’ αφήσει!

Μπαμπά τρέξε!
Το αρκουδάκι μου κρεμάστηκε πριν λίγο στην αποθήκη! Με το σκοινί από τον κίτρινο χαρταετό που είχαμε φτιάξει μαζί το ’85…θυμάσαι μπαμπά?
Είμαι μόνη, τόσο μόνη…

Μπαμπά δεν μ’ αγαπάς πια?

To μπουκάλι
























Κοίταξε χάλι!
Μέσα κλεισμένη σ’ ένα μπουκάλι,
να μοιάζω μ’ άλλη.

…φοβάμαι πάλι.
Ποιός θα με βγάλει?

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Το λευκό της φόρεμα























-Για δες…σ’ αρέσει?
-Ναι αμέ!
-Μου πάει?
-Αν σου πάει λέει!
























-Μμμμ…μου είναι μακρύ.
-Μα έτσι είναι αυτά! Μακριά!
-Οοοχι, όχι τόσο.
-Τόσο κι άλλο τόσο!
-Στα μαλλιά δεν θέλω τίποτα.
-Όπως θέλεις εσύ!
-Της μοιάζω?
-Πολύ!
-Μόνο πολύ?
-Πάρα πολύ!
-Θα μου λείψει γιαγιά…

Τρίτη, 01 Ιουλίου 2008

Συγχωρώντας το χθες

















Σου ‘πα μη φοβάσαι τις σκιές
που γεννούν τα σώματα
κι όταν θα κοιτάζεις τις φωτιές
μη χαθούν τα χρώματα.


Θα ‘μια πάντα δίπλα σου όταν θες
να κερνάω τα πιόματα.
Κι όσα σου χρεώσαν μα δεν φταις
θα σκορπάω στα γιόματα.


Θα γλυκοφιλήσω τα χώματα
που φυτρώσαν συκιές,
συγχωρώντας το χθες.
Και θα ζωγραφίσω τα χρώματα
που βαφτίσαν σκιές,
να δροσίσουν πληγές.


Σβήσε απ’ τα συμβόλαια του χθες
αριθμούς κι ονόματα.
Άνοιξε το βήμα σου και βγες
στης αυγής τα στρώματα.


Θα γλυκοφιλήσω τα χώματα
που φυτρώσαν συκιές
συγχωρώντας το χθες.
Και θα ζωγραφίσω τα χρώματα
που βαφτίσαν σκιές
να δροσίσουν πληγές.

Σάββατο, 03 Μαΐου 2008

ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ

















Κι όταν κοιτάω τη βροχή
και το βρεγμένο μονοπάτι,
κλείνω τα μάτια μου
και στο μονοπάτι του μυαλού μου
μία σκιά περιπλανιέται
και μου γνέφει με το λευκό της χέρι
να τρέξω κοντά της.

Έιναι η σκιά του.
Μόνο η σκιά του.
Και η βροχή χάνεται.
Και ο ήλιος ακουμπάει στο βρεγμένο χώμα
και μαζί με τη βροχή
χάνεται κι αυτός.

Και μαζί του χάθηκα κι εγώ...
...μέσα στα μάτια του.

Καλό ταξίδι μαμα







Σαν γεράνι θα φυτρώνεις στα όνειρά μας,
να στολίζεις την ψυχή μας με ανθάκια
και σαν ήλιος θα τρυπώνεις στην καρδιά μας,
να φωτίζεις της ζωής μας τα δρομάκια...

Καλό ταξίδι μαμά,
σε λατρεύω!

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

"Στων βλεφάρων σου το σχήμα"































Καλοκαιρινός καημός,
φθινοπώρου έγινε στάλα,
στης βροχής σου την ψιχάλα τελευταίος σου σταθμός.

Σαν φιγούρα σε χορό,
καλοκαιρινό μελτέμι.
ένα χαμόγελο που τρέμει στα δυο χείλη σου φορώ.

Μη φοβάσαι ομορφιά μου.
Κι αν πιο γρήγορα νυχτώσει
ίσως τρέξει και γλυτώσει λίγο απ’ του Αύγουστου το φως.

Κι όταν νιώσω πως μπορώ,
στων βλεφάρων σου το σχήμα
θα σου αφήσω ένα κύμα, να σε βγάλει στον αφρό.

Μη φοβάσαι ομορφιά μου.
Κι αν πιο γρήγορα νυχτώσει
Ίσως τρέξει και γλυτώσει λίγο απ’ του Αύγουστου το φως.

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

ΑΠΕΝΑΝΤΙ











-Όταν λες να περάσουμε απέναντι?
-Απέναντι! Δε βλέπεις? Απέναντι!
-Πως θα περάσουμε απέναντι?
-Από τη γέφυρα. Έχει λίγη ομίχλη αλλά δεν μας εμποδίζει!
-Από ποια γέφυρα?
-Αυτή την ξύλινη, την τοξοτή!
-Δεν βλέπω καμιά γέφυρα. Ούτε ξύλινη, ούτε τοξοτή, ούτε τίποτα.
-Αλήθεια το λες? Κι αυτό που βλέπω εγώ τι είναι?
-Δεν ξέρω.
-Δεν μπορεί! Είναι επιτακτική ανάγκη να περάσουμε απέναντι. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει η γέφυρα που βλέπω πρέπει με κάποιον τρόπο να περάσουμε! Ίσως να υπάρχει κάποιο μονοπάτι. Ας ψάξουμε λίγο!
-Δεν υπάρχει τίποτα να ψάξουμε.
-Πως! Κάτι θα υπάρχει! Αν ψάξουμε θα βρούμε κάποιον τρόπο. Ακόμα και μονοπάτι να μην υπάρχει, θα βρούμε ένα άνοιγμα να περάσουμε!
-Να περάσουμε που?
-Να περάσουμε απέναντι!
-Δεν θα βρούμε κανένα άνοιγμα.
-Δεν μπορεί! Κάποιος τρόπος θα βρεθεί να περάσουμε απέναντι!
-Κανένας τρόπος.
-Μα γιατί?
-Γιατί ΔΕΝ υπάρχει πλέον ΑΠΕΝΑΝΤΙ.-

Πέμπτη, 09 Αυγούστου 2007

H Γκέλα, o Υπουργόs και η παράκρουση!!!


















«Η απόφαση του Υπουργού και η παράκρουση της Γκέλας»

(Το ζευγάρι Μπούφος-Κουκουβάγια, κατά κόσμον Γκέλα Σφονδύλη και Μήτρος Μανίκης, καταπιάνονται με ιστορίες καθημερινής τρέλας!!)

-Είναι μεγάλη αδικία!
-Ποιο πράγμα?
-Δεν άκουσες? Οι δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν παιδιά, δικαιούνται πλέον πέντε επιπλέον μέρες άδεια το χρόνο.
-Μάλιστα.
-Αλλά έτσι είναι! Εμάς μας έφαγε η πρόοδος, οι μεγάλοι στόχοι, τα όνειρα και οι καριέρες!
-Ποιες καριέρες?
-Οι δικές μας οι καριέρες!
-Εμείς βλέπεις κύριε δεν κάναμε παιδιά! Γιατί να δικαιούμαστε πέντε επιπλέον μέρες άδεια το χρόνο? Δεν μας φτάνει η πίκρα για την ατεκνία και την μαγκουφιά μας, μας χτυπάτε διαρκώς στο ψαχνό! «Εσύ δεν έχεις παιδιά»… «εσύ δεν είσαι μάνα…δε δικαιούσαι το τάδε επίδομα, δεν δικαιούσαι αύξηση, δεν δικαιούσαι πέντε μέρες παραπάνω άδεια το χρόνο»!!!
-Μα βρε Γκέλα μου…
-Μα? Τι μα? Δεν έχω δίκιο?
-Δεν είπα αυτό, αλλά…
-Τι αλλά? Ξέρεις πως ένιωσα εγώ Μήτρο όταν το άκουσα? Πολίτης Β’ κατηγορίας ένιωσα! Μάλιστα! Διότι κύριε, ακόμα και τη σήμερον ημέρα, στα μέσα του 2007, αν δεν έχεις παιδιά θεωρείσαι υποδεέστερο ον!
-Ε όχι και υποδεέστερο ον βρε Γκέλα μου!
-Α Μήτρο σε παρακαλώ! Ξέρω πολύ καλά τι λέω και ακόμα καλύτερα πώς νιώθω. Και σε παρακαλώ μη με διακόπτεις γιατί τόση ώρα με τα δόντια κρατιέμαι να μη σε αρχίσω στο ψάλσιμο! Άιντε! Μιλάς κι όλας!
-Γιατί βρε Γκέλα?
-Γιατί ανόητε για χάρη σου απαρνήθηκα τη χαρά της μητρότητας…και τις πέντε μέρες επιπλέον άδεια το χρόνο! Έχουμε το περίπτερο βλέπεις! Και ένα περίπτερο σήμερα πρέπει να είναι ανοιχτό από το ξημέρωμα ως την αυγή! Και φυσικά δεν μας παίρνει για υπάλληλο! Βέβαια! Φάε το λούκι Γκέλα!! Δέκα ώρες στο περίπτερο καθημερινά η Γκέλα. Χριστούγεννα, Πάσχα, Κυριακές, μέσα στην τσίχλα και στα σπίρτα η Γκέλα! Που σκέψεις για παιδιά? Που χρόνος για γλύκες και κανάκεμα μωρών και τρυφερότητες και γουτσου-γούτσου και ευτυχία?
-Τι γούτσου-γούτσου και ευτυχία βρε Γκέλα? Εσύ δεν έλεγες να μην κάνουμε παιδιά γιατί θα χαλάσει το σώμα σου και θα σπάσουν τα νεύρα σου?
-Εγώ? Έλεγα τέτοιο πράγμα εγώ? Δεν είσαι στα καλά σου μου φαίνεται!!
-Μα το θυμάμαι!
-Μήτρο σταμάτα! Υποφέρω καταλαβαίνεις? Αυτές οι πέντε χαμένες μέρες επιπλέον άδειας το χρόνο με έχουν φέρει στα πρόθυρα κατάθλιψης. Όλα κινούνται σε μια σφαίρα εντελώς παρανοϊκή! «Τι θέλεις κυρία μου? Δεν έχεις παιδί? Καλά να πάθεις!»…αυτά είναι!
-Μα έτσι κι αλλιώς βρε κορίτσι μου..
-Οοοοχι!!! Όχι! Όχι δικαιολογίες στη Γκέλα Μήτρο! Όχι γιατί αρκετά ανέχτηκα! Δεν ξέρω πως ακριβώς μπορεί να γίνει. Μια πρώτη σκέψη είναι να πάρουμε υπάλληλο για το περίπτερο ώστε να έχουμε χρόνο να κάνουμε παιδί. Θέλω τις πέντε μέρες επιπλέον άδεια το χρόνο σου λέω!!! Δεν μπορούν να με κάνουν εμένα να αισθάνομαι σαν σπασμένο δόντι από τσατσάρα, πεσμένο στο δρόμο, επειδή δεν έχω παιδια! ΘΕΕ ΜΟΥ! Τρέλα μου έρχεται! Θέλω να τις δικαιούμαι κι εγώ! Κατάλαβες? Έχω ανάγκη να τις δικαιούμαι αυτές τις πέντε μέρες!
-Ναι βρε Γκέλα μου, εντάξει. Αλλά…
-Σταμάτα Μήτρο και κανόνισε ερωτική ατμόσφαιρα γι’ απόψε το βράδυ. Πρέπει να το κάνουμε το τέκνο επειγόντως! Δεν θα το αφήσω έτσι το θέμα εγώ! Εγώ είμαι η Γκέλα! Η πιο καπάτσα κουκουβάγια στα Βαλκάνια! Θα την πάρω την πενθήμερη άδεια που να χτυπιούνται όλοι τους κάτω! Δε με ξέρουν καλά εμένα!
-Γκέλα μου εγώ δεν έχω πρόβλημα! Βεβαίως και να πάρουμε υπάλληλο για το περίπτερο! Τόσο καιρό στο λέω αλλά δεν θέλεις. Δεν εμπιστεύεσαι, λες, κανέναν υπάλληλο! Και παιδιά να κάνουμε Γκέλα μου! Πολλά παιδιά! Εγώ τα αγαπώ τα παιδιά!
-Εσένα σε έχουν φάει οι αγάπες και οι σαχλαμάρες! Μα δεν καταλαβαίνεις? Τα παιδιά σου ανοίγουν δρόμους Μήτρο! Πολλούς δρόμους! Και επιδόματα! Και άδειες! Πολλές άδειες Μήτρο!
-Ναι Γκέλα, αλλά σχετικά με αυτές τις πέντε μέρες επιπλέον άδεια τον χρόνο…
-Ναι? Τι? Υπάρχει κάποιο πρόβλημα? Σε χαλάνε? Εγώ θα την πάρω που να χτυπιέσαι!
-Να την πάρεις βρε Γκέλα μου! Να κάνουμε παιδια! Και ένα και δύο…και υπαλλήλους να πάρουμε, αλλά η άδεια αυτή αφορά μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους! Είσαι?
-Τι είπες τώρα??
-Ναι Γκέλα μου! Κι εσύ το ανέφερες στην αρχή, το ξέχασες? Ο υπουργός το είπε καθαρά: «…διευκολύνουμε τους υπαλλήλους του Δημοσίου, δίνοντας πέντε ημέρες επιπλέον άδεια ώστε να παρακολουθούν τις σχολικές επιδόσεις των παιδιών τους, απουσιάζοντας από την εργασία τους δικαιολογημένα, προκειμένου να επισκεφθούν το εκπαιδευτικό ίδρυμα που σπουδάζουν τα παιδιά τους»! Εσύ όμως Γκέλα μου δεν είσαι δημόσιος υπάλληλος!
-Και καλά βρε βλαμένε! Γιατί δεν μου το λες τόση ώρα! Γιατί με αφήνεις να υποφέρω?
-Μα δεν με άφηνες να σου μιλήσω!
-Εγώ? Πάλι εγώ φταίω? Αμαν πια! Έχετε πέσει όλοι να με φάτε! Θα καταντήσω δυστυχισμένη!
-Έλα εδώ καλή μου…μη μου στεναχωριέσαι! Και γι’ απόψε θα σου φτιάξω εγώ ερωτική ατμόσφαιρα με κεριά και αρώματα! Και θα κάνουμε και παιδί! Σύντομα! Πολύ σύντομα! Άρχισε να μετράς από απόψε το βράδυ Γκέλα μου…και σε λίγο καιρό θα του κάνεις γούτσου-γούτσου!
-Ε δεν θα σε με τα καλά σου μου φαίνεται! Τι γουτσου-γούτσου και κουραφέξαλα βρεεεεε!!!! Άιντε πήγαινε να ετοιμαστείς να πας να ανοίξεις το περίπτερο που μου θες και παιδιά! Θα κλειστώ εγώ στο σπίτι να μεγαλώνω κουτσούβελα επειδή εσύ θες να το παίξεις πατέρας!!!!


...καλά κρασιά!

Τετάρτη, 08 Αυγούστου 2007

Η ζήλια και οι συγγραφείς (!)























Η φιλία είναι άχρηστη για την εξέλιξη ενός καλλιτέχνη.
Μόνον ο έρωτας(δηλαδή η ζήλια) μπορεί να εκπαιδεύσει το μυαλό του συγγραφέα,
μια και η συνεχής καχύποπτη αμφισβήτηση κάθε κινήτρου και κάθε κίνησης
και η μεταστροφή κάθε αθώας ιστορίας σε ένοχο άλλοθι -αυτή η ακάματη και διεισδυτική ενδελεχής εξέταση- μπορεί να διδάξει το συγγραφέα να παρατηρεί.

Μαρσέλ Προυστ

"!...!"













Περιμένω μια πρόταση γάμου,
vα ‘χει άρωμα φρέσκου σφενδάμου,
vα ‘χει ανταύγεια απ’ το χρώμα της άμμου,
και καπνό απ’ της χαράς τη φωτιά μου.



`

Σάββατο, 04 Αυγούστου 2007

Το παράθυρο























-…έλα…δεν μπορείς να περπατήσεις λίγο πιο γρήγορα?
-Έρχομαι! Βιάζεσαι? Ξέρεις, στην άμμο δεν μπορώ να περπατήσω καλά!
-Είναι ώρα τώρα που το βλέπω αυτό το σπίτι και με έχει φάει η περιέργεια…αλλόκοτο μου μοιάζει...
-Ε κοντεύουμε, σε πέντε λεπτάκια θα είμαστε εκεί.

-Πω πω! Απίστευτο! Κρινάκια της θάλασσας φυτεμένα σε γλάστρα! Και ανθισμένα μέρα μεσημέρι! Εγώ ήξερα ότι αυτά ανθίζουν για λίγα λεπτά μόνο, με την ανατολή του ήλιου και μόνο για μια μέρα!
-Είσαι σίγουρη?
-Ναι βέβαια...θυμάμαι πριν χρόνια κάπου στο Αιγαίο όπου έγινε ολόκληρο θέμα για ένα κρινάκι που άνθισε...ξυπνήσαμε άρον άρον για να προλάβουμε να το δούμε με ανοιγμένα τα πέταλα!
-Τι να πω, δεν ξέρω!
-Πάμε λίγο πιο πέρα, φυσάει...μάλλον κάποιο παράθυρο ανοιγοκλείνει και χτυπάει από τον αέρα...πάμε να δούμε μήπως φαίνεται τίποτα μέσα...
-Ναι έρχομαι.

-Έλα έλα…δεν είναι δυνατόν!!!
-Ωχ…πλάκα μας κάνουν? Τι είναι αυτό? Μήπως είναι καθρέφτης?
-Για κάτσε να δω...όχι...τι καθρέφτης? Δεν είναι καθρέφτης!
-Μα η θάλασσα είναι στα πέντε μέτρα πίσω μας, πως είναι δυνατόν μέσα από το παράθυρο, μέσα στο σπίτι να υπάρχει κι άλλη θάλασσα?? Θα τρελαθώ μάλλον...ποιο είναι το έξω και ποιο το μέσα απ’ το παράθυρο?
-Χριστέ μουουουου...!!! Δε το πιστεύω αυτό που βλέπω!!!
-Δεν είναι δυνατόν. Η παραλία είναι δύο χιλιόμετρα. Στο χάρτη το είδα. Η παραλία είναι μια! Δεν υπάρχει καμιά λωρίδα γης στη μέση κι από την άλλη κι άλλη παραλία!
-Με δουλεύεις? Φυσικά και είναι μια η παραλία!
-Και μέσα στο σπίτι τι είναι? Θάλασσα δεν είναι κι αυτό? Και αμμουδιά...πιστό αντίγραφο της άμμου που πατάμε και της θάλασσας πίσω μας.
-Πρόσεξες? Απ’ έξω το σπίτι φαίνεται κλειστό, έχει τοίχους, σκεπή, όλα κανονικά. Αν κοιτάξεις όμως από το παράθυρο μέσα στο σπίτι, δεν υπάρχει τίποτα…μόνο η παραλία!

-Πάμε να φύγουμε!
-Κάτσε λιγάκι ακόμα...θέλω να...
-Πάμε να φύγουμε σου λέω! Κάτι ξέρανε οι άλλοι και μας λέγανε να μην έρθουμε. Κι εμείς γελάγαμε με την ιστορία της «περίεργης» του νησιού!! Να δω εγώ πόσοι θα γελάσουν με τη δική μας ιστορία!
-Εγώ δεν πρόκειται να πω τίποτα σε κανέναν! Δεν θα με πιστέψουν. Απλά θα τους φέρω να το δουν με τα ίδια τους τα μάτια!
-Κάνε ότι θέλεις! Εγω δεν ξανάρχομαι εδώ! Και πάμε να φύγουμε είπα! Τώρα!
-Πάμε ναι. Μα...τι ώρα είναι? Κοίτα...αρχίζει να νυχτώνει! Μέρα μεσημέρι γιατί δύει ο ήλιος????

Πέμπτη, 02 Αυγούστου 2007

"Οικολογική Αστυνομία"..κατά το ζωάριο το σπέρμα (!)

{Η Κουκουβάγια και ο Μπούφος-κατά κόσμον η Γκέλα και ο Μήτρος-κουβεντιάζουν στο μπαλκόνι για την «οικολογική αστυνομία»}



















-Έλα έλα…κάτσε! Έχει δροσιά εδώ. Επιτέλους άρχισε να φυσάει. Κι ένα καφεδάκι στο μπαλκόνι είναι ότι πρέπει! Να σου φτιάξω κι εσένα ένα?
-Όχι όχι…ήπια.
-Τελείωσαν οι ειδήσεις?
-Μπα…Δεν καταλαβαίνω ρε συ Γκέλα. Άκουσες για την «οικολογική αστυνομία»?
-Πφφφ…τι θες και κουράζεσαι?
-Θα είναι λέει ένστολο σώμα! Έχεις δει εσύ κανέναν οικολόγο ένστολο?
-Δεν ξέρω…δεν έχω δει οικολόγο από κοντά.
-Και τι θα κάνουν αυτοί ρε συ Γκέλα? Θα έρχονται δηλαδή με τα κουμπούρια μπας και κόψει κανείς καμιά κουμπάκα από το χωράφι τ’ αλλουνού?
-Δεν ξέρω!
-Από την άλλη…απ’ όπου κι αν το πιάσεις δηλαδή δεν στέκει! «Αστυνομία» σημαίνει…τι σημαίνει? Νόμος+Αστυ. Τι σχέση έχουν οι αγροί, τα χωράφια και τα δάση?
-Έλα μωρέ κι εσύ! Κολλάς σε κάτι πράγματα! Από τα λίγα που άκουσα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν μέσο όρο ηλικίας τα 40 (!). Φαντάζεσαι τον σαραντάρη που από το ’93 ξυπνάει και κοιμάται με το όνειρο του δημόσιου υπαλλήλου, να παίρνει στο κυνήγι λαθροκυνηγούς, καταπατητές, εμπρηστές και αλεπούδες που μπουκάρουν στο ξένο κοτέτσι να αρπάξου καμιά κότα…Να ‘χαμε να λέγαμε!! Κι εσύ προβληματίζεσαι με το Νόμος+Άστυ? Ωωωω χο χο χο!!!
-Γελάς? Έτσι-μάλλον-θα γελάει μαζί μας κι όλη η Ευρώπη!
-Ε τι να κάνω ρε Μήτρο? Να τα βάψω μαύρα επειδή του ‘ρθε του Βύρωνα να επαναφέρει την αγροφυλακή Αυγουστιάτικα κι εν έτη 2007?? Κι επειδή οι τριακόσιοι με περνάνε για βούρλο θα πρέπει να γίνω κι όλας?? Αστους! Νεοτεριστικές αντιλήψεις! Ο άλλος άκουσες τι είπε? Στόχοι, λέει, της Ελληνικής Αγροφυλακής θα είναι η προστασία της ελληνικής υπαίθρου και η διασφάλιση της ποιότητας της αγροτικής παραγωγής, αλλά και η αντιμετώπιση τυχόν απειλών κατά του περιβάλλοντος. Ναι…θα κυνηγάει η αγροφυλακή την πλημμύρα και τη φλόγα με την χακί στο στολή και το 45άρι!!!
«Έλα δω άτιμε χείμαρρε να σε πιάσω…Αααααααλτ!!!!!!
-Ναι. Θα φοράνε στολή και θα έχουνε και σήμα. Πως είναι οι πουλάδες, τα σιρίτια κλπ…έτσι κι αυτοί θα έχουν ένα φύλλο. Δεν θυμάμαι όμως τι φύλλο!
-Φύλλο μουσμουλιάς! Ρεεε…σύνελθε!

Έλα πάμε όλοι μαζί από Ντο ματζόρε:

«Έν δυο, εν δυο, φουστανέλα-τσαρούχ’-φούντα-φεσ’,
καμάρ’-λεβεντιά-περηφάνια, σωστός διπλωμάτς κατιφές!!!»

Με στόμφο βρεεεεε…..με πυγμή τα άσματα!!!


...ούτε έναν καφέ δεν μπορώ να πιω με ησυχία...

Τετάρτη, 01 Αυγούστου 2007

Η σούπα






















-Καλησπέρα σας!
-Καλησπέρα…
-Έχετε αποφασίσει?
-Μάλιστα…
-Σας ακούω!
-Θα ήθελα μια σούπα βελουτέ…πρασινοκόκκινη, με γεύση ξινή προς το αλμυρό και αμυδρά καυτερή.
-Ναι…
-Θα ήθελα μέσα στη σούπα μερικά χαρούμενα, πράσινα, τρυφερά σπαράγγια που να ξέρουν καλό κολύμπι, μια κατακόκκινη ντομάτα χαμογελαστή να κόβει βόλτες πάνω σε μια ευαίσθητη καρδιά μαρουλιού και μερικά καφετιά, μυρωδάτα κρεμμύδια να σουλατσάρουν διακριτικά μέσα στο υγρό…έτσι απλά για τη γεύση.
-Ωραιότατα.
-Από σαλάτα θα ήθελα ένα πιάτο με παντζάρια, ντροπαλά, λιγομίλητα και όσο πιο γλυκά σε γεύση γίνεται.
-Ναι ναι…
-Τέλος θα ήθελα ένα ψωμάκι με ολόκληρους, γκριζωπούς, τραγανούς σπόρους Ηλιοτρόπιου και ένα ποτήρι μπύρα, από ξανθιά βύνη και καλοζυμωμένο κριθάρι με σταράτη επιδερμίδα, κάτοικου Βαλκανίων κατά προτίμηση.
-Μάλιστα…κάτι άλλο?
-Όχι ευχαριστώ!!!

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Καλοκαιρινή Παράκρουση





























Κουκουβάγια: …πφφφ…δεν παλεύεται!
Μπούφος: Ναι…
Κουκουβάγια: Δεν αντέχεται με τίποτα!
Μπούφος: Ναι…
Κ: Δεν παίζεται με τίποτα η κατάσταση σου λέω!
Μ: Ε ναι…
Κ: Και όταν βλέπεις όλους τους υπόλοιπους να ετοιμάζουν βαλίτσες και μπαγκαζιέρες και βουρ για διακοπές, τότε είναι που δεν παλεύεται με τίποτα!
Μ: Ναι…
Κ: Κι εσύ να ξέρεις πως θα την βγάλεις εδώ στο κλεινόν άστυ όλο το καλοκαίρι, με φωτιές, καύσωνες και αφραγκιά, χωρίς καν μια βδομαδούλα σε ένα νησάκι, ή σε έναν κολπίσκο έστω!
Μ: Ναι…
Κ: Εδώ στο πήξιμο! Μα τι διάολο? Μούντζα έχουμε φάει?
Μ: Ναι…
Κ: Ναι??
Μ: Ναι…
Κ: Από την άλλη ρε συ μπούφο, ξέρεις τι σκέφτομαι?
Μ: Ναι…
Κ: Από την άλλη ρε μπούφο λέω, σκέφτομαι το εξής, ακόμα και να μπορούσες να πας κάπου, εύκολα παίρνεται η ρημάδα η απόφαση?
Μ: Ναι…
Κ: Πες πως μπορούμε λοιπόν…Άντε να αποφασίσεις που θα πας! Βουνό? Θάλασσα? Κάπου κοσμικά? Κάπου ήσυχα και ρομαντικά? Γουστάρεις ρομαντζάδα? Γουστάρεις τζερτζελε?
Μ: Ναι…
Κ: Χμ…σε κανένα νησί ή κάπου πιο μακριά? Ευρώπη ας πούμε! Ή μήπως σε κάτι πιο εξωτικό? Καραϊβική, Ινδικό Ωκεανό?
Μ: Ναι…
Κ: Και πες πως καταλήγεις…πρέπει να κάνεις και οικονομικό προϋπολογισμό! Ή μήπως πρώτα πάει ο οικονομικός προϋπολογισμός και μετά καταλήγεις?
Μ: Ναι…
Κ: Και να ‘ταν μόνο αυτό? Άντε και ξεμπερδεύεις και μ’ αυτά. Το άλλο? Με το άλλο τι κάνεις? Να, θέλω να πω ρε παιδί μου, κανά ρουχαλάκι καινούργιο να μην πάρεις? Να νιώσεις λίγο άνθρωπος ρε αδερφέ! Ε να μην κυκλοφορείς με τις κλαρωτές βερμούδες και σε περάσουν για τέντα που την πήρε ο αέρας! Ξέρεις, αυτές που ήταν στη μόδα την δεκαετία του ’80! Από το ’80 δεν έχουμε να πάμε διακοπές?
Μ: Ναι…
Κ: Να μου πεις, αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο. Άλλωστε εκπτώσεις έχουμε, ε, όλο και κάτι φθηνό και καλό και μοδάτο θα βρεις…
Μ: Ναι…
Κ: Ναι και ναι αλλά μην νομίζεις πως τελειώσαμε! Εισιτήρια? Βλέπεις τι γίνεται με τα εισιτήρια? Αν θελήσεις να ταξιδέψεις με καράβι, αεροπλάνο, ακόμα και με τραίνο, θα πρέπει λέει να έχεις κλείσει τα εισιτήρια τουλάχιστον έναν μήνα πριν! Με ρωτάς εμένα αν μπορώ να κλείσω έναν μήνα πριν? Καραγκιόζη!!!!
Μ: Ναι…
Κ: Έστω όμως πως το λύνουμε κι αυτό μέσω του ξαδέρφου του Νικήτα έχει το τουριστικό γραφείο…εκεί στη Σταδίου…ξέρεις.
Με όλα τα υπόλοιπα όμως τι κάνουμε? Εγώ με αεροπλάνο δεν ταξιδεύω! Με πιάνει ναυτία! Ούτε και με καράβι, με πιάνει ναυτία και βαρεμάρα. Άσε που είμαι αλλεργική στην αλμύρα. Ούτε και με τραίνο ταξιδεύω! Τάκα τούκα όλη την ώρα με πιάνει πονοκέφαλος! Τι σκέφτεσαι? Τα αμάξι? Δεν τρελάθηκα!!! Θέλεις να είμαστε στο 10% των εκδρομέων που δεν επιστρέφουν ποτέ και αφήνουν την τελευταία τους ανάσα έχοντας στην καλύτερη περίπτωση καταπιεί τον λεβιέ των ταχυτήτων? Αλλά γιατί την πάμε μακριά τη βαλίτσα? Εδώ προβληματιζόμαστε πλέον ακόμα και για το τι αντηλιακό θα πρέπει να αγοράσουμε! Χώρια το ότι το μοσχάρι το κιλό έχει φθηνότερα από τα 250 ml αντηλιακού! Άσε, προχθές σε ένα ντοκιμαντέρ στην κρατική τηλεόραση έμαθα πως υπάρχουν αμέτρητες επικίνδυνες ηλιακές ακτίνες οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με κανενός είδους αντηλιακό. Είναι λένε μεταλλαγμένες και άκρως επικίνδυνες και κάθε τύπου επιδερμίδα! Αφού σου λέει ότι ακόμα και κάτω από ντουβάρι να είσαι, θα σε βρει και θα σου την κάνει τη ζημιά! Α πα πα πα πα!
Μ: Ναι…
Κ: Και τώρα που το ξανασκέφτομαι ρε Μπούφο, τελευταία στιγμή που τα συζητάμε, ούτε αποτρίχωση δεν προλαβαίνω να κάνω. Και μη μου πεις πως κολλάω σε λεπτομέρειες γιατί…γιατί άντε!!
Μ: Ναι…
Κ: Άντε γιατί θα τα’ ακούσεις χοντρά λέμε! «Που πας κυρά μου χωρίς αποτρίχωση???». «Λίγη αξιοπρέπεια βρεεεεεεεεε». Κατάλαβες?
Και τι ξέρεις εσύ μωρέ από αποτρίχωση? Από πίλινγκ και τα σχετικά? Τίποτα δεν ξέρεις! Εσένα το μόνο που σε νοιάζει είναι να πίνεις τα μπιρόνια σου με τα φιλαράκια σου και να φλυαρείς ασύστολα.
Μ: Ναι…
Κ: Αλλά που να καταλάβεις εσύ? Πάντα εγώ βγάζω το φίδι από την τρύπα. Εγώ τις αποφάσεις, εγώ τους υπολογισμούς, τους προϋπολογισμούς, τους προβληματισμούς. Όλα εγώ! Εσύ μόνο να φλυαρείς ξέρεις! Φφφφ…..
Μ: Ναι…
Κ: Φφφφ…
Μ: ….
Κ: Φφφφ…
Μ: Τελικά που λες να πάμε αγάπη μου?
Κ: ΜΑ ΚΑΛΑ! ΤΟΟΟΟΣΟ ΒΛΑΜΕΝΟΣ ΕΙΣΑΙ ΤΕΛΙΚΑ? ΑΦΟΥ ΑΥΡΙΟ ΞΕΚΙΝΑΩ ΔΟΥΛΕΙΑ ΛΕΜΕΕΕ!!! ΚΙ ΕΣΥ ΜΟΥ ΘΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ???


Κυριακή, 29 Ιουλίου 2007

Αμέ...!


Να ορίστε! Ένα τέτοιο σπιτάκι θέλω! Ένα γαλάζιο σπίτι με δυο κόκκινες καμινάδες και μια κίτρινη πόρτα! Πάνω σε έναν πράσινο λοφίσκο, με δυο κίτρινες, μια κόκκινη και μια μοβ μαργαρίτα…Αμε! Και τέσσερα σύννεφα από πάνω…κι από κάτω, μια αγελάδα, ένα άλογο κι ένα προβατάκι…αμε!












Ή μάλλον όχι. Καλύτερα θα ήταν να είχα ένα κίτρινο σπιτάκι με δυο πορτοκαλί καμινάδες και μια ροζ πόρτα. Και πέτρινο φράχτη! Και μια κουκουναριά! Και ο λοφίσκος μου να έχει μια ροζ, μια κόκκινη και μια κίτρινη μαργαρίτα…Αμέ! Και κάτω από τα τέσσερα σύννεφα, τρία αφράτα προβατάκια



























Αλλά για στάσου…Όχι όχι…προτιμώ ένα σπιτάκι με ρόδες…κι ας μην έχει καμινάδα, χρωματιστή πόρτα, λουλούδια και λοφίσκο, μαργαρίτες, άλογα, αγελάδες και προβατάκια…Θα έχει όμως μια ψιψίνα κι έναν μούργο να μου κάνουν παρεούλα…Αμέ! Και παρέα, θα τσουλάμε το σπιτάκι με τις ρόδες…και θα γυρίσουμε όλον τον κόσμο!

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

Διαζευκτικό "ή"




















Oι ώρες μας αξίζουν, ή τα χαμένα λεπτά των ονειρώξεων;
Το χάδι μας αξίζει, ή η οδυνηρή του έλλειψη;
H λύση μας αξίζει, ή η κόψη του αδιέξοδου;
Η δροσιά μας αξίζει, ή οξεία αίσθηση του καύσου στη φλέβα, που κατακλύζεται από το άλικο πυρ της ανόητης ταχύτητάς μας;


...απαντήσεις δεχόμαστε εντός, όλες τις ώρες και τις μέρες!
Ευχαριστώ!

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Το γράμμα




























Όμορφη, γλυκιά Κυριακή...
Πράσινα, γαλάζια....κόκκινα....Τα λουλούδια κίτρινα στη γλάστρα απέναντι! Και το πουκάμισό μου, κίτρινο κι αυτό!


Εχθές αγόρασα μια μπλούζα! όμορφη...πολύ όμορφη!
Έχω και μια νοσταλγία. Αντέχει και είναι ακόμα γλυκιά.
Εκεί....εκεί σας έχω όλους. Εκτός από έναν-τον σπουδαίο μου- που έχω εδώ.
Και παιδεύομαι καλή μου. Αλλά νοιώθω πως δεν ξεφεύγω από τη φύση μου.
«Παιδεύομαι» = είναι στη φύση μου.
Και ίσως μ’ αρέσει ξέρεις! Τελικά. Είναι δυναμωμένο με τη συνήθεια. Έχει γοητεία!

Στο μυαλό μου θαρρείς και είναι όλα έτοιμα. Ξεδιαλυμένα.
Ναι...Νομίζω πια πως τα έχω ξεκαθαρίσει.
Μένει μόνο το δύσκολο κομμάτι.
Αυτό του να αποφασίζω, να επιλέγω, να αντέχω, να γεύομαι.
Τα ξέρω, θαρρώ, όλα!
Να τα κουμαντάρω παλεύω....κατά τα άλλα...ναι.
Τα ξέρω.

Χαίρομαι...
γιατί οι μέρες μου με εκπλήσσουν ακόμα! Άλλοτε ευχάριστα, άλλοτε όχι τόσο. Αλλά διαπιστώνω πως όλα προχωρούν κι εγώ μπορώ ακόμα και εκπλήσσομαι!
Η ποίηση μου κάθεται βαριά....πολλές φορές με θλίβει.
Η λογοτεχνία σπάνια με συνεπαίρνει ή μου "δίνει", ή με "αφήνει να...".
Το θέατρο....μάλλον....δεν μου ταιριάζει καθόλου.
Η μουσική μου ταιριάζει. Δεν ξέρω βέβαια εαν της ταιριάζω εγώ...θα δούμε!
Η ζωγραφική με αγχώνει. Ξέρεις...νοιώθω άσχετη ως προς την τέχνη και ντρέπομαι που τολμάω και ασχολούμαι...Καταλαβαίνεις.
Χαίρομαι όμως γιατί τα κάνω όλα αυτά!
Τα υπόλοιπα δεν ξέρω πότε θα κάνω!
Και ξέρεις γιατί;;;;;;
Γιατί δεν ξέρω ποια είναι τα υπόλοιπα.
Θα τα βρω όμως. Ή μάλλον όχι. Δεν θα τα βρω.
Θα περιμένω να με βρουν αυτά. Να έχω και το άλλοθι του μοιραίου. Της μη επιλογής.

Μου λείπουν πολλά. Είσαι κι εσύ μέσα σ’ αυτά.....χωρίς πολλά λόγια....ή και με πολλά λόγια....


Εχθές διάβασα ένα βιβλίο. Θέλω να σου πω!!!

....μου έχεις λείψει....γιατί δεν έρχεσαι μια βόλτα;
Είναι οκτώ ώρες με το τραίνο.
Άντε έλα!!!!

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007

Δεν με πείθεις!




Δεν με πείθουνε οι φίλοι και οι συναναστροφές σου,
δεν με πείθουν οι ιδέες και οι σχέσεις οι παλιές σου,
δεν με πείθει πια το όχι, ούτε το εύκολο το ναι σου,
δεν με πείθει η μιζέρια και οι μαύρες εμμονές σου.

Δεν με πείθουνε οι λέξεις που διαλέγεις να μιλήσεις,
δεν με πείθει το σκοτάδι που διαλέγεις για να ζήσεις,
δεν με πείθουν οι αποφάσεις για όλα αυτά που θες να σβήσεις,
δεν με πείθουνε οι βάσεις της ζωής που θες να χτίσεις.

Δεν με πείθει η αγριάδα και το ύφος το σκληρό σου
και οι αυθαίρετες δηλώσεις για ότι θεωρείς δικό σου.
Ούτε η κούραση που πάντα χαρακώνει το μυαλό σου
και σου κλέβει βήμα βήμα τη ζωντάνια απ’ το χορό σου.


Δεν με πείθεις!
Δεν με πείθεις!
Δεν με πείθεις!









Οι στίχοι έγιναν τραγούδι από τον Κωστή Μαραβέγια.
Για ακρόαση, περαστε μια βόλτα από δω :
http://www.myspace.com/maraveyas

Η Ρέντα























Η Ρέντα

Όπως σε βλέπω στο τραπέζι καθισμένο
με τους βαλέδες και τις ντάμες συντροφιά,
αναρωτιέμαι τι μπορώ να περιμένω
από έναν τύπο που επενδύει στη ζαριά.

Το πρόσωπό σου αλλάζει χρώματα και ύφη
που εξαρτώνται απ’ του αρχηγού τη μοιρασιά.
Είσαι ο γαμπρός και η τράπουλά σου είναι η νύφη
που έχει φορέσει πουλημένη φορεσιά.

Μία ξανθιά θέλει την τύχη της να αλλάξει.
Με νύχια κόκκινα και βλέμμα γερακιού,
έχει βαλθεί στις κάλτσες-δίχτυα της να αρπάξει
λίγη απ’ τη ρέντα την τυφλή του διπλανού.

Τα φώτα αστράφτουν και θολώνουν τα όνειρά σου,
μια κάμερα καραδοκεί για ένα ντου.
Φθονούντα βλέμματα στοιχειώνουν τη χαρά σου,
ξύλινα χάδια και χαμόγελα νεκρού.

Χοντρό μπαγιόκο αναζητάς και δεν σε νοιάζει
Πέφτει η μπίλια…πάλι «λάθος» ο αριθμός.
Μέσα απ’ τα δίχτυα της ξανθιάς θα κάνεις χάζι.
Κρίμα, δεν πρόσεξες πως ήσουν «διπλανός»…

Σάββατο, 02 Δεκεμβρίου 2006

Με χαλάει...




Με χαλάει η βλακεία,
η αφέλεια,
η «εξυπνάδες»,
τα χαχα-χούχα,
τα «είμαστε μια παρέα και περνάμε ουάου»,
οι «γκόμενες» και οι «γκόμενοι»,
τα κουτσομπολιά,
τα «σπασμένα τηλέφωνα»,
οι ήρωες του κ ω λ ο υ και τα παλαμάκια που κολλάνε από το πολύ γλείψιμο…,
όλοι αυτοί οι εκτεθειμένοι που χαμπάρι δεν έχουν πάρει πως είναι η παιδική χαρά και ο περίγελος του περίγυρου,
οι σάχλες, οι βρωμιές,
όλα τα «δήθεν» και οι «δήθεν» που μολύνουν το περιβάλλον,
τα πλατιά χαμόγελα με τα βρώμικα δόντια και τα βρώμικα μάτια,


άντε γιατί δεν αντέχουμε άλλο καφριλίκι λέμεεεεε……………

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2006

Ενα "Αγνωστο Αντιο"

















…αυτός ο άγνωστος!
Για ποιόν να ήταν αυτά τα λουλούδια άραγε?
Και πως βρέθηκαν στα χέρια μου, στα άγνωστά του χέρια, από αυτόν τον άγνωστο?



















…μα που είναι?
Το τραίνο θα φύγει…κι εγώ με ένα μπουκέτο λουλούδια από έναν άγνωστο…
Από έναν τελείως άγνωστο…κι ο γνωστός μου, ο καλός μου, ο μονάκριβος, δεν φάνηκε ακόμα…
Και το «Αντίο» του?
Πώς θα αντέχω να μην το ‘χω?
Με τη φωνή και τη χροιά του…αυτή την αγαπημένη, την μονάκριβη?
Ποια αίσθηση θα με συντροφεύει στο ταξίδι αν δεν έχω το «Αντίο» του?
Και το «Αντίο» αυτού του άγνωστου?
Μήπως τελικά του ήμουνα γνωστή?
Μπα όχι…μια άγνωστη ήμουν που της είπαν ένα «Άγνωστο Αντίο»…
για συντροφιά...

Σάββατο, 09 Σεπτεμβρίου 2006

Έχεις ξεχάσει που ακριβώς θέλεις να πας...











...

-Ποιο μάτζικ μπας?
-Έλα…έλα να δεις!!!
-Πού πας?
-Έλα έλα…πίσω…στην αυλή!!!

...

-Τι είναι αυτό ρε?
-Ε δε βλέπεις?
-Τι να δω καλέ? Που το βρήκες?
-Το βρήκα?…χα…καλό!!!
-Έλα ρε συ…πες!!!
-Δεν το βρήκα ρε σου λέω…Φύτρωσε!
-Ορίστε???
-Τι ορίστε? Φύτρωσε λέμε!
-Πως φύτρωσε?
-Ε πως φύτρωσε! Ξέρω ‘γω? Βγήκα να καπνίσω…μη με πάρει και κάνα μάτι…Σήμερα το πρωί! Όπως κι εχθές δηλαδή…Α! Σημειωτέον πως έχω να βγω από το σπίτι δυο μέρες. Κοινώς, εάν το άφηνε κάποιος στην αυλή θα τον άκουγα…Άρα??
-Άρα??
-Άρα φύτρωσε λέμε!!!!!
-Και τώρα?
-Ε άντε τι κάθεσαι? Πάνε ετοίμασε μια βαλίτσα κι έλα. Εγώ την έχω έτοιμη.
-Τι??
-Τι!! Κοίτα…το κλειδί που μου έδωσε ο παππούς πρόπερσι…είναι το κλειδί του λεωφορείου λέμε!!
-Μιλάς σοβαρά?
-Το δοκίμασα και πήρε μπρος!!
-Πωωωω….
-Πωωωω….άντε ρε Πω και πω!!…ακόμα εδώ είσαι? Φέρε τα πράγματα σου!!!

ΦΥΓΑΜΕΕΕΕΕΕΕΕΕ……………………………

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2006

Μέσα στα μάτια του

Κυριακή, 06 Αυγούστου 2006

Αν και βράδυ - (Τα ασημένια βελανίδια)




























Αυτή ήταν!
Τα μάτια Της σαν ρόζοι οξιάς.
Καστανά, με χρονολογικές κηλίδες 3ων δεκαετιών,
Υπήρχαν για να σπάνε την μονοτονία του άσπρου, αλέκιαστου δέρματός Της.
Υπήρχαν και για να κοιτάζουν…σπάνια…

Εχθές βγήκε στο μπαλκόνι κι αν και βράδυ, Την είδα καθαρά!

Τα μαλλιά Της…ω!!!
Φυσικά, αχτένιστα, μακριά, σαν τις λεύκες που φυσιούνται.
Και στα τελειώματα, σαν την άμμο που σκουραίνει από τα βρεγμένα βήματα που συναντάει.
Μέχρι εδώ έφτανε η μυρωδιά τους!
Χώμα! Ναι, φρέσκο χώμα μύριζαν!
Τα μαλλιά Της…!!!

Μα η φωνή Της, πόσο «άλλη» ήταν εχθές, στο μπαλκόνι…αν και βράδυ…

Τρία χρόνια Την άκουγα να τραγουδάει.
Να τραγουδάει.
Να τραγουδάει.
Να τραγουδάει….μόνο!
Μόνο.

«Περιμένω μια πρόταση γάμου,
Να ‘χει άρωμα φρέσκου Σφενδάμου.
Να χρυσίζει σαν κόκκος της άμμου.
…περιμένω μια πρόταση γάμου»


Αυτό τραγουδούσε.
Τρία χρόνια μόνο αυτό
Και η μελωδία ήταν Σολ-#Ντο-Μι, με Λα μπάσο τη μία και Σι ύφεση την άλλη.

Εχθές όμως, αν και βράδυ δεν Την είχα ακούσει ακόμα να τραγουδάει.
Αν και βράδυ…
Μέχρι που Την είδα!!!
Ναι…Αυτή ήταν!!!

Ούτε στο μπαλκόνι τραγούδησε.
Και τότε ΤΟ πρόσεξα.
Τα μάτια Της έτρεχαν ρετσίνι. Πηχτό, ασημένιο ρετσίνι.
Ναι το είδα, αν και βράδυ…
Είχε φτιάξει –μου είπαν- κι ένα κομπολόι για τον αγαπημένο Της! Ήταν κεχριμπαρένιο από το ρετσίνι των ματιών Της!
Δεν το πίστεψα μα να!!! ΤΟ είδα!!!
Αν και βράδυ!
Μα πιο βράδυ?
Ήταν τόσο το φως Της που έφτανε μέχρι την κορφή του Παγγαίου!
Φώτιζε ως και το τελευταίο βελανίδι…πάνω…ψηλά…κι έπαιρνε κι αυτό ένα χρώμα ασημένιο!
Είχα αμφιβολίες…νόμιζα πως ονειρευόμουν, μα…όχι…Αυτή ήταν .Την είδα!!!

Πριν προλάβω να Της μιλήσω, είδα το άσπρο ΝυΧτικό Της να ανεμίζει.
Ήταν πάλλευκο, πολύ και πλούσιο σαν χιονοστιβάδα.
Ανέμιζε με αρχοντιά.
Κι Αυτή…ναι, Αυτή ήταν!!!…ανεβασμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού, κοιτούσε τα ασημένια βελανίδια…
Όχι…δεν τραγουδούσε…
Κοίταξε για λίγο τους γυμνούς αστραγάλους Της.
Λαμπίριζαν ματωμένοι καθώς το ΝυΧτικό Της ανέμιζε.
Και τα ασημένια δάκρυα…ποτάμι πλούτου!

Άνοιξε τα χέρια Της!!!
Κι έπεσε…
…μα πριν προλάβει να ακουστεί ο γδούπος του κορμιού Της στα σπαρτά…

…έκλεισα τα μάτια μου.
Όχι.
Δεν μπορούσα να δω.
Με έπνιξε ένας κόμπος θλίψης και παράπονου.
Περίμενα να ακούσω τον γδούπο…αλλά τίποτα…
Ώσπου άρχισαν τα’ αυτιά μου να ανατριχιάζουν.
Άκουγα κάτι σαν μέταλλο…μέταλλο που κάνει γκελ..και επαναλαμβάνεται…

Το κορμί Της είχε γίνει Χάντρες!!!!
Ασημένιες χάντρες που χτύπαγαν στο έδαφος και πηδούσαν επάνω…μέχρι το φεγγάρι και το ακουμπούσαν…κι αυτό ήταν σαν υγρό που παλλόταν από μια πέτρα μου έπεφτε επάνω του…και ξανά έπαιρνε σχήμα μεμιάς!!!

Και ξαφνικά ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΛΑ από τα μάτια μου!
ΟΛΑ!
Ξημέρωσε αμέσως και ο ήλιος με τύφλωσε.
Σάστισα!!!

Ακόμα στ’ αυτιά μου ηχούσε εκείνος Ο μεταλλικός Της ήχος…μα…
…μα…ηχούσε και κάτι άλλο.
Ήταν ένα αδύναμο κλάμα.
Το κλάμα του.
Και κάτι ψίθυροι… «-Δεν πρόλαβα…»…ή κάτι παρόμοιο.

Η πομπή είχε ξεκινήσει.
Το φέρετρο ήταν λευκό σαν το δέρμα Της.
Και τα λουλούδια φρέσκα…κόκκινα…σαν τους ματωμένους Της αστράγαλους.

-Εεεεεεεε…παλικάρι!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Περίμενε λίγο!!!!!!!!!!!!!! Έχω κάτι να σου δώσω!!!!!!!!!
…φώναξα.
Μα δεν με άκουσε.
Είχα κρατήσει στη φτερούγα μου μια ασημένια χάντρα.
Μα αυτός δεν με άκουγε…ΔΕΝ άκουγε…ΔΕΝ άκουσε ΠΟΤΕ!

Τρία χρόνια του τραγουδούσε….κι αυτός ΠΟΤΕ ΔΕΝ Τ~Η~Ν ΑΚΟΥΣΕ!

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2006

Η Φαλτσαδούρα



























Έχω μπλέξει κύριοι…
Και δεν ξέρω πώς να το χειριστώ.
Εχθές το βράδυ ήμουν πάλι μόνη μου, στο κλαδί μου, πίνοντας ουίσκι, ατενίζοντας τον ουρανό...που δεν ήταν καν έναστρος.
Ο καλός μου σύντροφος Μπούφος έχει αρχίσει κακές συναναστροφές.

-«Έχω κάτι φιλαράκια, δυο Γεράκια κι έναν Αετό. Γουστάρω μωρέ…είναι καλά να πηγαίνεις για κυνήγι με παρέα. Ε…πίνουμε και καμιά μπύρα στο ενδιάμεσο, λέμε και καμιά βλακεία...»

Ενθουσιασμένο τον είδα. "Θα μου έρχεται και ανανεωμένος" σκέφτηκα!
Ωστόσο, υπάρχει ένα τεράστιο θέμα!
Που πας καλέ μου?
Με τι φιλαράκια μπλέκεις?
Γεράκια κι Αετός είναι κυνηγόπουλα της μέρας!
Της μέρας λέμε!!!
Κι όχι νυχτοπούλια σαν και του λόγου σου!!!
Που πας εσύ και βραδυοξημερώνεσαι κυνηγώντας μέσα στη μέρα!
Ντάλα ήλιος!!!
Με κάτι ματάρες ΝΑ!!!

Εκεί που αρχίζω να γλαρώνω εγώ με την πρώτη ηλιαχτίδα, ο δικός μου κοπανιέται μαζί με το σέικερ, πίνει τη φραπεδιά του, βάζει και αποσμητικό και πάει….Και όταν επιστρέφει κατάκοπος από το κυνήγι, τα μπυρονια και τα φιλαράκια του, που να έχει διάθεση για «άλλα»…

Όπως καταλαβαίνεται, τα βράδια την πέφτει για ύπνο και κοινώς, δεν βλεπόμαστε πλέον παρά μόνο για λίγα λεπτά.
Όπως καταλαβαίνεται επίσης, περνώ τις νύχτες μου μονάχη, μπακούρο και εργένισσα και τις μέρες μου στο κρεβάτι, μπακούρο και εργένισσα επίσης!!!
Πως θα νοιώσω γυναίκα???
Εεεε???
Μάνα, πότε θα γίνω???
Εσύ πότε θα γίνεις πατέρας?
Που έχεις καταντήσει σαν σταφιδιασμένος λουόμενος του Αστέρα Βουλιαγμένης από τον τόσο ήλιο που έχεις φάει στη μάπα???
Το Κόπερτον ρεεεεεεε........


Ε…δεν θέλει και πολύ!!!
Χθες το βράδυ λοιπόν, από τη μια είχα τον Μπούφο να ροχαλίζει προκλητικά δίπλα μου κι από την άλλη είχα τα Κοκόρια!
Ναι!!
Αρχίζει ο πρώτος. «Υπομονή» λέω. Δεν προλαβαίνω να τελειώσω την προσπάθεια αγνόησης, να σου και ο δεύτερος, ο τρίτος…

-Τι κακαρίζεις και λαλείς βρε καραγκιόζη με τέτοια φωνή!!!!!!!!!
-…
-Τι με κοιτάς??? Μας έχεις πάρει τ’ αυτιά και την καραμούζα σου πια!!!
-…
-Αι σιχτίρ ντε…έχουμε τα προβλήματά μας, έχουμε κι εσένα με την έπαρση που σε δέρνει και πρέπει να ακούμε τα ηλίθια Κι Κι Ρίκου σου…που ούτε γάιδαρος να γκάριζε βρεεεε…!!!!

(μετά από 1-2 λεπτά)

-Σε ‘μένα μιλάτε?
-Ναι σε ΣΑΣ μιλάω!!!
-Έχετε πρόβλημα κυρία μου?
-Τεράστιο πρόβλημα!!! Κι η γαιδουροφωνή σου με κάνει χειρότερα…άιντε πια…το έχεις παρακάνει με τη φαλτσαδούρα σου!!!
-Ε τώρα τι να σου πω μωρή…σαν γεροντοκόρη κάνεις!!! Δεν πας να βρεις κανέναν να σου τονώσει το ηθικό? Ε? Που τα βάζεις και με τους κόκορες τώρα? «Σοφή»…ε «Σοφή»!!! Το ‘να σου ξινίζει, τ’ άλλο σου βρωμάει, το παράλο σου φαλτσάρει… Α να χαθείς πιά!!! Μουρμούρω ε μουρμούρω!!!



…έμεινα κάγκελο…μου «την είπε» το Κοκόρι κι εγώ σαν την Κότα δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη.
Καθότι είχε δίκιο Κύριοι!
Δεν μου έφταιγαν τα Κοκόρια και τα Κι Κι Ρίκου…
Ο ανόητος Μπούφος μου φταίει και η ανικανοποίητη νεότητα που κυλάει στην φλέβες μου!!!

Διαπίστωση:
Της κοντής ψωλής της φταιν' οι τρίχες
και τα έρμα τα Κοκόρια που...που τι να κάνουν!
Αυτό που ξέρουν κάνουν και δεν οφείλουν να το κάνουν και καλλιτεχνικά!
Όλα της φταίν' αυτή της κοντής...!
Όλα εκτός του μεταλαγμένου Μπούφου που ξαφνικά νομίζει πως είναι γλαρόνι των Κυκλάδων…



…την τύχη μου μέσα…

Καλημέρα σας.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2006

Βρήκα έναν Βάτραχο...τον φίλησα στο στόμα!



























Όλα μου άρεσαν κοντά σου τελικά,
το σπίτι σου ήταν ζάχαρη και καραμέλες.
Tην πόρτα μου ‘κλεισες μια νύχτα με βροχή
και με προσπέρασαν οι μάγισσες μ’ ομπρέλες.


Όλα μου άρεσαν κοντά σου τελικά,
το δηλητήριο στα μήλα κι οι κορδέλες.
Mα εσύ με έδιωξες μια νύχτα με βροχή
και με προσπέρασαν οι μάγισσες μ’ ομπρέλες.




Τέλειωσε κι αυτό το παραμύθι.
Τέλειωσε. Στο σιντριβάνι κλαίω.
Βρήκα ένα βάτραχο τον φίλησα στο στόμα
μα τη μορφή σου δεν έχει πάρει ακόμα






Παπαδόπουλος-Κριεζή-Αρλέτα
Παλιό...άφιερωμένο.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2006

Η Κιθάρα (!)




...χωρίς λόγια...
ή μήπως και με λόγια?

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2006

KoukouVaxata

Αντί προλόγου (για να ξέρουμε τι λέμε)- Τα Κουκουβάχατα:

Κουκουβάχατα...όπως κουλουβάχατα
«Kullu Wahad» (Aραβική έκφραση) =
«Όλα σε ένα» (ελληνιστί)


«Η κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι»,
όπως έγραψε ο Θ.Ι. Κολοκοτρώνης σε πολιτικό φυλλάδιο.

«Η κουκουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σιμεριναί αηδίαι», έκράξε το κουκουβαγιόπουλο!!!!

`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~

Στο προκειμενο:

«CHEATERS»-Το βήμα του κερατά


«Μακεδονία ΤV», στις 10.30 το βράδυ
«CHEATERS» οι άπιστοι. Όχι θρησκευτικώς αλλά ερωτικώς. Εκπομπή βασισμένη σε απιστίες, όπως αυτές καταγράφονται από την τηλεοπτική, αμερικανική κάμερα. Ο παρουσιαστής, ενίοτε σε ρόλο διαιτητή ανάμεσα σε κερατά και cheater.
H διαδικασία απλή. Ο κερατάς κάνει αίτηση. Ο ντετέκτιβ της εκπομπής πιάνει δουλειά. Συγκεντρώνετε το ικανό οπτικοακουστικό υλικό που αποδεικνύει την απιστία. Ο/η μοιχός πιάνεται στα πράσα. Βρισιές, κατάρες, μπόλικο ανάθεμα κτλ κτλ…φαίνονται αλλά φυσικά προστατεύουν τα ώτα του τηλεθεατή με την χρήση «μπιπ». «Ήθελα να’ ξερα δεν ντρέπεσαι???» αναρωτιέται ο ηθικός τηλεπαρουσιαστής!!!

Βρε παιδιά…βρε παιδιά!!! Νιονιό γιοκ!!!
Δεν ξέρω...
Μα τόση βλακεία μαζεμένη? Τόση ξεφτίλα? Τόση ανεγκεφαλιά?
Ε ρε κοινωνία μπαμπέσα! Ούτε ένα καφέ, Κυριακή πρωί με παρέα την εφημερίδα, δεν μπορεί να ευχαριστηθεί η Κουκουβάγια!
Aηδία. Κάτι σαν το Οντε Περιέ με μικρότερες μπουρμπουλίθρες!!!
(ορίστε????????)


Μπούφοι!!!!!!Καλώς ήρθατε στον Κόσμο της Βλακείας

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2006

Παραμύθι Νο1



Tο Φορτηγό


«Μια φορά και ένα σκοτεινό μεσονύχτι, ήταν μια κουκουβάγια που καθότανε πάνω στο κλαδί μιας βελανιδιάς. Δύο τυφλοπόντικες προσπάθησαν να γλιστρήσουν από δίπλα, απαρατήρητοι. «Γιού-χου!» είπε η κουκουβάγια. «Μας είδατε;» τραυλίσανε εκείνοι, φοβισμένοι και κατάπληκτοι, γιατί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήταν δυνατό κανείς να τους διακρίνει στο σκοτάδι. «Ου!» είπε η κουκουβάγια.. Οι τυφλοπόντικες τό 'βαλαν στα πόδια και είπανε στα άλλα ζώα του κάμπου και του δάσους ότι η κουκουβάγια ήταν το σπουδαιότερο και σοφότερο από όλα τα ζώα, επειδή μπορούσε να βλέπει στο σκοτάδι κι επειδή μπορούσε να απαντάει σε οποιαδήποτε ερώτηση. «Αυτό θα το δούμε», είπε ένα πουλί, ένας καρδινάλιος, και κάλεσε μια νύχτα την κουκουβάγια, όταν ήταν πάλι πολύ σκοτάδι. «Τι σχήμα φτιάχνω τώρα με τα δάχτυλά μου;» είπε ο καρδινάλιος. «Χι», είπε η κουκουβάγια, και λάθος δεν έκανε. «Μπορείτε να μου αναφέρετε λέξιν συνώνυμον του γελώ ή καγχάζω;» ρώτησε ο καρδινάλιος. «Χω», είπε η κουκουβάγια. «Διατί οι άνδρες επιμένουν συνήθως σε αποτυχημένους έρωτας;» «Χούι», είπε η κουκουβάγια..

Ο καρδινάλιος πέταξε στα άλλα ζώα και ανακοίνωσε ότι η κουκουβάγια ήτανε όντως το σπουδαιότερο και σοφότερο πλάσμα στον κόσμο, επειδή μπορούσε να βλέπει μέσα στο σκοτάδι και επειδή μπορούσε να απαντάει σε οποιαδήποτε ερώτηση. «Βλέπει και με το φως της ημέρας το ίδιο καλά άραγε;» ρώτησε μια κόκκινη αλεπού. «Ναι», πετάχτηκε σαν ηχώ ένας μασκαρδίνος. Και ένα κανίς: «Μπορεί να βλέπει και με το φως της ημέρας το ίδιο καλά;» Όλα τα άλλα ζώα ξέσπασαν σε γέλια με αυτή την ηλίθια ερώτηση και τα βάλανε με την κόκκινη αλεπού και την παρέα της και τους εξόρισαν από την περιοχή. Μετά στείλανε έναν αγγελιοφόρο στην κουκουβάγια και της ζητήσανε να γίνει ο ηγέτης τους.

Όταν η κουκουβάγια εμφανίστηκε στο πλήθος των ζώων ήταν καταμεσήμερο και ο ήλιος έλαμπε δυνατά. Η κουκουβάγια-ηγέτης περπατούσε πολύ αργά, πράγμα που έκανε την παρουσία της εξαιρετικά μεγαλοπρεπή, και ατένιζε γύρω της καρφώνοντας εδώ και εκεί τα μεγάλα της μάτια, πράγμα που της έδινε έναν αέρα εντυπωσιακής σοβαρότητας. «Είναι Θεός!» στρίγκλισε μια κότα και οι άλλοι ενώσανε τις φωνές τους και ξανάπανε: «Είναι Θεός!».

Πιάσανε λοιπόν και την ακολουθούσαν όπου και να πήγαινε, και όταν η κουκουβάγια άρχισε να σκοντάφτει σε διάφορα πράγματα, αρχίσανε και αυτοί να σκοντάφτουν σε πράγματα. Τέλος, εκείνη έφτασε σε μια ασφαλτοστρωμένη ωτοστράτα και άρχισε να βαδίζει στη μέση του καταστρώματος, και όλα τα άλλα πλάσματα από κοντά της. Τότε ένα γεράκι, που λειτουργούσε σαν μοτοσυκλετιστής συνοδείας, αντιλήφθηκε ένα φορτηγό να κατευθύνεται κατά πάνω τους με καμιά εκατοστή χιλιόμετρα την ώρα, και το ανέφερε στον καρδινάλιο, και αυτός το ανέφερε με τη σειρά του στην κουκουβάγια. «Υπάρχει κίνδυνος μπροστά», είπε ο καρδινάλιος. «Γιου-χου!» είπε η κουκουβάγια. Ο καρδινάλιος της λέει: «Δεν φοβόσαστε καθόλου;» «Ουχί», είπε η κουκουβάγια ήρεμα, γιατί δεν μπορούσε να δει το φορτηγό. «Είναι Θεός!» ξαναφώναξαν όλα τα ζώα, και ακόμα φωνάζανε όταν το φορτηγό έπεσε επάνω τους και τα σκόρπισε. Μερικά ζώα τραυματίστηκαν μονάχα, τα περισσότερα όμως, συμπεριλαμβανομένης της κουκουβάγιας, σκοτωθήκανε



Επιμύθιον: ...το ψάχνω....




Από το βιβλίο: «Μύθοι για την εποχή μας» του Τζέημς Θέρμπερ, εκδόσεις Οδυσσέας, 1982

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2006

Απαραίτητες Συστάσεις-εικονογραφημένο

Ήρθε η ώρα να συστηθόυμε.
Να σας πω μερικά πράγματα για εμάς τις ΚουκουΒάγιες, έτσι, για να ξέρετε...












...τις περισσότερες των φορών
είμαστε πλάσματα πολύ συντροφικά
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`
















...είμαστε παιδιά των λουλουδιών
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`
















...μας αρέσει το έντονο μακιγιάζ και τα αξεσουάρ
(καπέλα, μαντήλια, μάσκες κτλ)
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`












...κάνουμε σκέρτσα και τσαχπινές
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`















...αλλά είμαστε και φοβεροί τσαντίλες
άμα γυρίσει ο μάτι μας
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`














...ωστόσο, ότι μα ότι κι αν μας συμβεί,
κάθε πρωί ξυπνάμε χαμογελαστές
και χαρούμενες!!!







...*συνεχίζεται παρακάτω

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2006

*...συστάσεων συνέχεια
























…έχουμε μεγάλη αδυναμία στα παράθυρα
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`


















…αντέχουμε στο κρύο
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`




















…ενίοτε νυστάζουμε πολύ
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`





















…τρομάζουμε
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`















…δυσανασχετούμε
`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`~`



















…μα πάνω απ' όλα, είμαστε πλάσματα τρυφερά!!!

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2006

Καρκινικές Επιγραφές



Ιδού κάποιες Καρκινικές Επιγραφές
(πρόκειται για φράσεις που διαβάζονται και από τα αριστερά προς τα δεξιά και από τα δεξιά προς τα αριστερά)

ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ, ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ

ΝΟΜΟΝ, Ο ΚΟΙΝΟΣ, ΕΧΕ ΣΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΝ

ΑΘΛΗΣΑΣ ΗΔΗ ΠΩΛΩ ΠΗΔΗΣΑΣ ΗΛΘΑ

ΝΟΣΩ. ΣΥ ΟΣ Η ΙΑΜΑ, ΙΗΣΟΥ, ΣΩΣΟΝ

ΙΕΡΑ ΣΑ ΠΑΡΑ ΧΕΙΛΗ, ΗΛΙΕ, ΧΑΡΑ ΠΑΣΑ ΡΕΙ


...ψάχνω να βρω κι άλλες. Επίσης παλεύω να φτιάξω δικές μου.
Όποιος μπορεί να βοηθήσει, ας μου χτυπήσει την πόρτα!!!

Μετέωρο βήμα


...θέλω να το αγγίξω...

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2006

Κουκούτσια υπερβολής

Κουκούτσια υπερβολής

"Αγκαλιές λουλούδια"!
Ζαρωμένα φλούδια.-

"Αφιερώσεις τραγούδια"!
Μαδημένα χνούδια.-

Αγάπης βράδια ανέραστα,
δειλινά αξεπέραστα.
Συντροφική επιβίωση,
ατροφική συμβίωση.

Τάματα,
όρκοι-μαλάματα,
αγάπης κλάματα (!!!)

Σεντόνια-χαράματα,
μουσκίδια ψόφια,
χαράμια ατόφια!

Λόγια ποιητών,
τραγούδια συνθετών.
Θυμώνω!
Δεν πιστεύω!

Κουκούτσια υπερβολής,
τερτίπια αναβολής.
κουβέντες τοποθέτησης,
κινήσεις διευθέτησης

ΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΩΝ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΥΝΘΕΤΩΝ (!!!)



...εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλων των τύπων τις μασημένες καλλιτεχνικές τροφές που νομίζουν πως μπορούν να μας ταίζουν...

Δευτέρα, 05 Ιουνίου 2006

Θέλω...




Να χαμογελώ συχνά και δυνατά.
Να κερδίζω το σεβασμό ευφυών ανθρώπων, την αγάπη των παιδιών,
την αποστροφή και την απέχθεια των ηλιθίων.
Θέλω να αξιώνομαι την εκτίμηση ΤΙΜΙΩΝ κριτικών και να απολαμβάνω
την προδοσία των ανειλικρινών φίλων!

Να βλέπω την ομορφιά <<ΤΟΥ>>!

Θέλω ένα υγιές παιδί , έναν κήπο.
Θέλω εμένα, όσο και τους άλλους, όσο κανέναν, όσο και όλους.


...με την ελπίδα της άδειας του R. W. Emerson,
αφιερωμένο στα χρόνια μου. Που περνάνε.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2006

Παραδέχτηκα



Παραδέχτηκα


Διαδρομές υποψίας τα χρόνια μουα
ναζήτηση ξένων κι απόντων.
Ξεφτισμένες ελπίδες τα πιόνια μου
σε παιχνίδια θολών συμφερόντων.

Κι όπως έπινα απ' το άδειο ποτήρι σου
τους χυμούς της στεγνής ηδονής μου
τότε ακούμπησε η αύρα του πόθου σου
τη δροσιά της βρεγμένης φωνής μου.

Τις κραυγές μου επάνω σου κέντησα
και τις στόλισα με υποσχέσεις,
μα εσύ ένιωσες πως κάθε υπόσχεση
ήταν μόνο χυδαίες διαθέσεις.

Τώρα πια ξενυχτώντας τους πόνους μου
στου σκαμμένου μου νου τις ρυτίδες
θα γλεντάω τους άγριους φόνους μου
σε λευκά φύλλα από εφημερίδες.

Περπατάω σκυφτός στα σεντόνια μου
μ' ένα "αχ" κι ένα "λιώνω" για σένα.
Μια σταγόνα σου μόνο στο σώμα μου...
κι ας κυλάει αργά, κουρασμένα..

Κι όσα δέχτηκα,
όπου εμπλέχτηκα,τα παραδέχτηκα
και είμαι εδώ.

Δεν χρεώνομαι


Δεν χρεώνομαι


Μου λαξέψαν την πορεία και δεν ξέρω που πηγαίνω.
Έσφαλε η ιστορία μα εγώ θα επιμένω.
Δρόμο πήρα, δρόμο αφήνω, δεν υπήρξα εγκλωβισμένος.
Κι αν βουλιάξει η ιστορία άλλος θα ‘ναι ο χαμένος.

Διεκδικώντας μια θέση στις ρωγμές αυτής της φράσης
κάνω αγώνα για ότι αντέξει, με ενδοιασμούς κι ενστάσεις.
Δεν γυρίζω το κεφάλι ούτε οι σκέψεις μου σωπαίνουν
κι ας νομίζουνε οι άλλο ιπως μπορούν να επεμβαίνουν.

Δεν γνωρίζουν πως αντέχω να φλερτάρω τα όνειρά μου.
Πέρασαν τριάντα χρόνια και δεν λύνω τα δεσμά μου.
Άφησες να σε στοιχειώνουν της ζωής τα λερωμένα
Εγώ τα φοράω και πάω, δεν χρεώνομαι ούτε ένα!

Ποιος είναι ο ανεπίδεκτος και ποια η επιτήδευση?
Κρατάω τις ιδέες μου, κράτησε την επίδειξη.
Υπάρχω ερωτευμένος κι ας είμαι επικίνδυνος.
Εσύ είσαι ο ακίνδυνος κι ο καλωδιωμένος.

Κι αν είμαι ο χαμένος,
λερώθηκα μα έζησα.
Εσύ είσαι ο κερδισμένος
κι ο αποστειρωμένος.

Το δέντρο



Το δέντρο


Σ’ ένα χωράφι τρίπολο φύτεψα ένα δέντρο.
Στης Αμοργού ήταν τη γη, στου Απόλλωνα το κιόσκι.
Η Ουρανία έκανε το όργωμα το πρώτο.
Η Μελπομένη το ζυγό, το τρίτο η Τερψιχόρη.
Η Θάλεια το κανάκευε, του τραγουδούσ’ η Ευτέρπη
και με νερό η Πολύμνια του δρόσιζε τις ρίζες.

Ολημερίς το κένταγε με φύλλα η Καλλιόπη,
οληνυχτίς το στόλιζε η Ερατώ με άνθια.
Ένα πρωί εκίνησαν οι αδελφές να πάνε,
να κουβαλήσουν στις ποδιές νερά απ’το μαντείο.
Μα ένα αγέρι φύσηξε από αετού φτερούγα
κι ο ουρανός σκοτείνιασε και χάσανε το φως τους.

Τρομάξανε οι αδελφές κι έχυσαν τα νερά τους
και τα νερά κυλήσανε και πότισαν το χώμα
και απ’ το χώμα φύτρωσαν Σάτυροι αγριεμένοι
και δεκαπέντε Σιληνοί με σπάθες πυρωμένες.
Οι αδελφές τρεμάμενες με δάκρυα στα μάτια
τααερικά ικέτεψαν, κακό να μην τις έβρει.

Τους έταξαν για αντάλλαγμα τροφή να τους εδώσουν
,και δώρο τους εκάνανε του Απόλλωνα το δέντρο.
Τους τάισαν τα φύλλα του, τα τρυφερά κλωνάρια
και τους επότισαν δροσιά απ’ τον ανθών το νέκταρ.

Έλα τώρα...μετά φύγε



Έλα τώρα...μετά φύγε


Mε κουράζει...με δακρύζει...
μα μου λείπει όταν δεν είναι!
Είναι ανάγκη μου κι ευχή μου,
μα...με κάνει κι υποφέρω....ώρες ώρες!

Όταν λείπει, νοσταλγία.
Όταν φέγγει, αγωνία.
Τι θα δείξει;
Τι θα κρύψει;
Κι αν θελήσω;
Πώς θα ψάξω αν δεν φωτίσει;;;

Με κουράζει....με δακρύζει...
«Έλα τώρα....μετά φύγε»,
δεν μπορώ να του ζητήσω!

Να τον κλείσω σε μπουκάλι;

Μπα...θα βρει να ξετρυπώσει.
Κι αν δεν βρει;
Κι αν τον θελήσω να φωτίσει όλη την πλάση;

Ώρες ώρες...
Τι θα γίνω;;;;

Μα...!!!

Πόσο ανόητη θα ήμουν;
Τόσο, όσο ανίκανη είμαι!!!
Ναι!
Το ήλιο να δαμάσω;;;
Mα...τα θαύματα νικιούνται;;

Η αλλαγή της ώρας



Η αλλαγή της ώρας


Έτρεξες στο παράθυρο που είναι γεμάτο στέγες,
σα μαγεμένη του φθινοπώρου αράχνη,
έτρεξες σαν σταγόνα που κυλάει πάνω στις πέτρες,
στη δακρυσμένη των πεύκων την πάχνη.

Ποιο αερικό πολιορκεί τα παλάτια σου;
Η ομίχλη μες στο άδειο δωμάτιο τρυπώνει.
Kρύος αέρας τρεμοπαίζει στα μάτια σου.
Πως πέρασε η ώρα! Νωρίς σουρουπώνει.

Οκτώ χρόνων παιδί μπροστά στη θέα του τοπίου,
τη μάνα σου φωνάζεις με σιωπή που σπάει το τζάμι.
Δεν γύρισε ακόμα και η αίσθηση του κρύου
παγώνει την καρδιά σου σαν το σώμα στο ποτάμι ………

Σβήνει το φως τ’ ουρανού του βαθυγάλαζου.
Ποια μοναξιά σε απειλεί στο σκοτάδι?
Βαριά και ανεξίτηλη η οσμή του καπνομάγαζου,

-«Μάνα μην αργείς!
Δε βλέπεις?
Έπεσε το βράδυ!»

Σιωπηλός μονόλογος























19-09-03

«…θα μου δώσεις πίσω τα παιδικά μου χρόνια. Να παρακολουθήσω το θαύμα μιας αυλαίας, να σηκώνεται στο πρόσωπό σου. Τις φωνές σε μια αίθουσα συναυλιών να σβήνουν καθώς θα υψώνεται η μπαγκέτα, την πρώτη φορά που θα δεις τη Θάλασσα! Θα ξαναζωντανέψεις το θαύμα! Αγριολούλουδα, βότσαλα υγρά, φιλιά που βάφουν και κολλάνε από
βύσσινο γλυκό!
Επέλεξε με καμάρι την πίστη σου. Λάτρεψε τον δάσκαλο, τον προφήτη, τον άνθρωπο, τον Θεό σου! Δείξε σεβασμό στο πλάσμα που μοιράζεσαι μαζί του τον κόσμο σας. Είμαστε αδιάρρηκτα δεμένοι ο ένας με τον άλλον…να προσέχεις!
Να ξαφνιάζεσαι, να ενθουσιάζεσαι. Να βρεις τον τόπο σου. Και στα απέραντα μυστήρια του χρόνου και του χώρου, να αισθάνεσαι τα χέρια μου γύρω απ’ τους ώμους σου. Μη φοβηθείς!…»

Η Νεράιδα των Πηγών


Η Νεράιδα των Πηγών


Ξαγρυπνώντας μια βραδιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι,
σκύβω και προσεύχομαι στους άγνωστους Θεούς,
μια νεράιδα γαλανή με του ελαφιού τη χάρη
να μου στείλουν απ’ τους ουρανούς.

Πριν ακόμα σηκωθώ απ’ το βρεγμένο χώμα
κι έχοντας στα γόνατα το βάρος των ευχών,
μια αστραπή σπιθοβολάει απ’ τ’ ουρανού το στρώμα
και ξυπνάει η νεράιδα των πηγών.

Στα μαλλιά της πλέκονται πολύχρωμα γεράνια
και φοράει στεφάνι των ανέμων την πνοή.
Στους καρπούς μου αφήνει μυρωδιές από πλατάνια,
στην καρδιά μου δίνει το φιλί.

Γέμισε τις νύχτες μου με πορφυρές εικόνες,
αγιασμένες μουσικές, αγγελικούς χορούς.
Περπατάει δίπλα μου, με ραίνει ανεμώνες,
με ταΐζει άνθη απ’ τους αγρούς.

Γέννησε στις λίμνες μου τις πιο όμορφες γοργόνες
που έχουν για φουστάνι χρυσοκέντητους αφρούς.
Μου φοράει του βυθού ολόλευκους χιτώνες,
με κερνάει τους πιο γλυκούς καρπούς

Ήλιε μου


Ήλιε μου

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά τον νου να ξεδιπλώσεις.
Κούρνιασε μες στο στήθος του ο κόσμος του να λάμψει.
Να γείρει το κεφάλι προς τη δύση
κι ένα φιλί στη φλέβα να καρφώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά στο χώμα να ριζώσεις.
Τρύπωσε μες στα βλέφαρα το βλέμμα να σε κάψει.
Δυο φλόγες να περάσουν κι από μένα
κι εσύ απ’ την ορμή τους να ματώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά σύννεφο ν’ αρματώσεις.
Ακούμπησε τα χείλη του δροσοσταλιά να στάξει.
Ονόματα στον άνεμο να δώσεις,
γραίγο να τον βαφτίσεις να τον σώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά την τύψη να ελαφρώσεις.
Το γόνατό του χάιδεψε στο βήμα να πετάξει.
Τις προσευχές, φτερά να του τις δέσεις,
όλα τα αηδόνια απ’ το κλουβί να ελευθερώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά την πίκρα του να λιώσεις.
Ακούμπησε τον πόνο του από χαρά να κλάψει.
Με ευγνωμοσύνη ταπεινά να προσκυνήσει,
να υποκλιθεί μπροστά σε αυτό που θα λυτρώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά το θείο να ανταμώσεις.
Την ομορφιά του γλέντησε βαθιά να αναστενάξει.
Σαν παπαρούνα ο πόθος του να γίνει,
τον πιο γλυκό καρπό του να φυτρώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά τις λίμνες να οργώσεις.
Ροδόνερο να τον κερνάς η δίψα του να πάψει.
Και νούφαρα ν’ ανθίσουνε στις χούφτες,
το πιο όμορφο να κόψεις να μου δώσεις!

Ήλιε μου σκύψε χαμηλά το θαύμα να κλειδώσεις.
Στάξε στο άνθος του κερί λαμπάδα για να ανάψει.
Με το Άγιο Φως φιτίλι για να κάψει
και τον Θεό κοντά σου να τον νιώσεις!

Μες στο βαγόνι



Μες στο βαγόνι


Μες στη μελαγχολική σιωπή του νου,
τα άδεια καθίσματα του βαγονιού κοιτάζω.
Ξέχασες και με έστησες στο ραντεβού,
νιώθω το τέλος και το δρόμο μου αλλάζω.

Κι όσα μου ‘δωσες
σ’ ένα φάκελο θα κλείσω.
Την ανάμνηση θα κρατάω μέσα μου σφιχτά.
Κι αν δεν άντεξες,
τα όνειρά μου δεν θa σβήσω.
Πάντα σ’ αγαπάω κι όπου πάω σ’ έχω συντροφιά.

Μια σου λέξη φεύγοντας με ακολουθεί,
μα πίσω δεν γυρνάω στο λέω κι ας λυπάμαι.
Την πληγή μου έκρυψα να μην τη βρει
αυτό το δίλημμα που ακόμα το φοβάμαι.

To δικό μου αερικό



To δικό μου αερικό


Μου είπες πως στα όνειρα οι νεράιδες περπατάνε
και πως σαν πιάσουν οι βροχές ραγίζουν και σκορπάνε.
Πως τις καρδιές αφήνουνε γυμνές κι ερημωμένες,
με παραθύρια σφαλιστά, πόρτες αμπαρωμένες.

Οι χαραυγές μου,παντρεύονται τις αντοχές μου και γίνονται πουλιά.
Τι ζήλεψες; Πες μου!
Περπάτησε στις προσευχές μου και πιες μια γουλιά.

Μα εσύ, δικό μου αερικό, ήρθες με μια σταγόνα
που δρόσισε τους κήπους μου και πότισε το χώμα.
Κι απ’ τη δροσιά σου ύφανα μεταξωτό μαντίλι
που έχει του αιγαίου χρώματα κι αλμύρα από κοχύλι.

Δεν θα γυρίσω πίσω -(ο διάλογος)


Δεν θα γυρίσω πίσω -(ο διάλογος)


-Κι αν το πρωί μυρτιές-μετάξια υφαίνεις
τις νύχτες τη χαρά μου κόμπο δένεις
και με ξυπνάς και μου ζητάς.

Κι αν σε ξυπνούσαν χάδια και στολίδια
στο πρώτο βλέμμα σου, αποκαΐδια
με ξαγρυπνάς, τι μου ζητάς;

-Να ζέψεις σύννεφο ακριβό και πίσω να γυρίσεις
τις υποσχέσεις και τα τάματα να μου θυμίσεις.

-Εγώ στα δάκρυα σου φλόγες ρίχνω
μα απ’ της φωτιάς το χρώμα, στάχτες πίνω
και με ξυπνάς και μου ζητάς.

Κι αν σου χαρίσαν σμύρνα και λιβάνι,
εσύ αντί κρασί, κερνάς μελάνι.
Mε ξαγρυπνάς, τι μου ζητάς;

-Να ζέψεις σύννεφο ακριβό και πίσω να γυρίσεις
τις υποσχέσεις και τα τάματα να μου θυμίσεις

Κι αν ότι γέννησα μου το ‘χεις θρέψει
τα κρίματα μου πλήθεια, αγκάθια η σκέψη
και σε ξυπνώ και σου ζητώ.

-Θα ζέψω σύννεφο ακριβό, δεν θα γυρίσω πίσω
τις υποσχέσεις και τα τάματα θα σου χαρίσω.

Αδυναμία ή δύναμη;


Αδυναμία ή δύναμη;


Ψύχεις τους υδρατμούς του νου
και τη βροχή μου στάζεις.
Στην άλω γύρω απ’ την ψυχή
τον ήλιο ξεμπροστιάζεις.

Όπου ανθίζω με πατάς,
όπου πετάω με θάβεις.
Τη μυρωδιά του πόνου μου
περήφανα θαυμάζεις.

Και προσπαθείς με τον βοριά
τον πάγο να θεριώσεις
Και με το απόλυτο μηδέν
το αίμα να παγώσεις.

Αδυναμία ή δύναμη;
Σβήνεις την Αλκυόνη
και στων Πλειάδων τη γιορτή
σκοτάδι με τυφλώνει.

Μα η ματιά δεν χάνεται.
Απ’ την ψυχή περνάει.
Σαν άγρια μέλισσα ξανθή
μια σπίθα σου πετάει.

Απ' το παράθυρο έξω


Απ' το παράθυρο έξω


Ήρθε η νύχτα με μια αγκαλιά ψιχάλες.
Δεν φοβήθηκα!!!
Τις έσταξε μεμιάς, όλες!
Απ’ το παράθυρο έξω τις έσταξε
κι αυτές ποτίσανε τον κήπο...τον αφράτεψαν.

Ήρθε η μέρα με μια αγκαλιά φως.
Δεν φοβήθηκα!!! Το σκόρπισε μεμιάς, όλο!
Απ’ το παράθυρο έξω το σκόρπισε
και αυτό ακούμπησε στο χώμα...και το έλαμψε.

Ήρθε ξανά η νύχτα με μια αγκαλιά σκοτάδι.
Φοβήθηκα!!! Το σκόρπισε με μιας όλο.
Απ’ το παράθυρο έξω το σκόρπισε
κι αυτό μαύρισε το χώμα...και το βούλιαξε.

Θα ‘ρθει η μέρα αγκαλιά με το λουλούδι μου?
Να μην φοβηθώ!!!
Να το κρατήσει απ’ το κοτσάνι, περήφανα?
Απ’ το παράθυρο έξω να το αφήσει
κι αυτό να ανθήσει στον κήπο μου...

και να γεννήσει...
...τις ομορφιές της αγκαλιάς


-που έχω ξεχάσει..

Συνοδοιπόρος σιωπηλός


Συνοδοιπόρος σιωπηλός


Σε μια θάλασσα λευκή με μαύρα κύματα,
ξενυχτάω τον ακάλεστο τον πόνο.
Σε έναν στίχο πώς να κλείσω όλα τα βήματα
που βυθίστηκαν και μάτωσαν το χρόνο.

Σε μια βάρκα που το μπάρκο δεν το γνώρισε
,ξενυχτάω την χαμένη σου πορεία.
Ατενίζω τη φουρτούνα που μας χώρισε
και τραβάω μια γραμμή στην ιστορία.

Τώρα είμαι ναυαγός πάνω στο σώμα σου,
στο δέρμα σου μετράω τους τόπους με το νύχι.
Είμαι ο μόνος που μεθάει από το πιόμα σου,
συνοδοιπόρος σιωπηλός σε ότι σου τύχει.

Σε μια βάρκα που έχει εσένα καπετάνιο της
είμαι πια ο λαθρεπιβάτης των φιλιών σου,
που τρυπώνει αργά της νύχτες στις κουκέτες σου
και ματώνει απ’ τις κραυγές των εραστών σου.

Σε μια θάλασσα που πνίγει όσα μου αξίζουνε,
κολυμπάω χωρίς σωσίβιο κι ελπίδες,
υπομένοντας τα χέρια που σε αγγίζουνε
σε έρωτες φθηνούς κι αισθήματα λεπίδες.

Τώρα είμαι ναυαγός πάνω στο σώμα σου,
στο δέρμα σου μετράω τους τόπους με το νύχι.
Είμαι ο μόνος που μεθάει από το πιόμα σου,
συνοδοιπόρος σιωπηλός σε ότι σου τύχει.

Oιωνοσκόπος - μέρος α'


Oιωνοσκόπος - μέρος α'

...κι αφού πληροφορήθηκα για την νέα δημιουργία, εκλύθηκα απ’ τη φύση να βρεθώ ξανά ως οιωνοσκόπος στην πιο αιχμηρή κορφή του βουνού. Στάθηκα να με κοιτάζει ο βοράς. Ανέπνευσα βαθιά, ο αέρας να γυαλίσει τις αισθήσεις. Να μου τις κάνει λείες, να κυλήσει επάνω η μελωδία.
«-Ω ναι! Έρχονται! Οι μουσικές! Έρχονται!»...
και μαζί με τις μουσικές ερχόταν και το όρνεο. Πετούσε κι ο ρυθμός του ήταν ταχύς. Από το βορά ερχόταν κι αυτό, όπως και οι μουσικές. Δεν άργησε καθόλου. Έφτασε όπως πάντα, νωρίτερα απ’ το νέο.
«-Ιέρακας ή γύπας;»
...αναρωτήθηκα. Ανέπνευσα ακόμα πιο βαθιά. Τα χέρια μου εκτεταμένα, το ένα ακουμπούσε την δύση, τον άλλο την ανατολή. Ώμοι, πήχης, καρποί ασάλευτοί και οι παλάμες να προκαλούν για το μεγάλο πέταγμα. Δύο στιγμές πέρασαν πάνω από τα μάτια μου που ήταν κλειστά. Το άκουγα το όρνιο. Φτερούγιζε περήφανο μπροστά από το μέτωπο μου.
«-Όχι προς δυσμάς!»
...ψέλλιζα και τα χείλη μου ήταν στεγνά. Παρακαλούσα νοητά τους χοηφόρους να στάξουν απότομα επάνω τους. Να δροσιστώ. Να συνεχίσω να ψελλίζω. Αυτή όμως έσπαγαν τα αγγεία τους, ξοδεύοντας τον οίνο σε μακρινές σπονδές. Η τρίτη στιγμή ήρθε.