17/12/09

Τρία χρόνια πριν…




Είχα πάει να πάρω (μάλλον) χορδές από γνωστό κατάστημα μουσικών οργάνων. Εκεί ήταν ο Κώστας μου είπε πως με τον Μάκη είχαν ήδη δουλέψει και εξακολουθούσαν επάνω στη Jazz. Ο πρώτος, μπασίστας, ο δεύτερος, ντράμερ. Είχε προκύψει λοιπόν μια πρόταση για εμφάνιση σε πλατεία της πόλης παραμονή Χριστουγέννων. Υπήρχε λίγος χρόνος για προετοιμασία κι έτσι την επομένη θα γινόταν η πρώτη πρόβα αλλά και η γνωριμία μου με τον πιανίστα. Τον Διαμαντή. Είχα ακούσει αρκετά γι αυτόν. Για το ταλέντο του, το παρελθόν του αλλά και τα πάθη του. Δεν με εντυπωσίασε κάτι από τα λεγόμενα. Ποιος άλλωστε δεν έχει ένα ταλέντο, ένα παρελθόν και έστω ένα πάθος?

Καπνίζαμε έξω από το στουντιάκι του Μάκη περιμένοντας τον πιανίστα. Η ώρα περνούσε, ήπιαμε τον καφέ μας, ανοίξαμε το κρασί, πουθενά ο πιανίστας. Καμιά ώρα μετά τον ακούσαμε να έρχεται, αργά, σταθερά. Είχε ένα σχεδόν τελειωμένο τσιγάρο στο στόμα, φορούσε ένα μαύρο ημίπαλτο, πουλόβερ σκούρο μπλε και κρατούσε ένα μικρό μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Έμοιαζε 45άρης. Συστηθήκαμε, ο Κώστας πήγε να κουρδίσει το μπάσο του, ο Μάκης να ρυθμίσει τα τομ και να βρει τα σκουπάκια του. Κάπου είχαν ξεπέσει ανάμεσα σε καλώδια, αναλόγια, βάσεις κιθάρας…Εγώ με τον Διαμαντή μείναμε έξω να καπνίζουμε. Μιλούσαμε για διάφορα, μου είπε να δουλέψουμε κάποια κομμάτια του, μάλλον θα μου ταίριαζαν, είπε, κι ας μη με είχε ακούσει ακόμα (!). Μιλήσαμε και για την Αθήνα, πατρίδα και των δυο μας. Μας έλειπε εξίσου εκείνες τις μέρες.

Η πρόβα ξεκίνησε. Όλοι άνετοι εκτός από μένα. Όχι, δεν ήταν περίεργο. Εγώ ήμουν πάντα η περίεργη που πάντα είχα ενστάσεις και δισταγμό για το αποτέλεσμα, κυρίως αυτού που αφορούσε εμένα. Τη φωνή. Ξενόγλωσσο και jazz υλικό πρώτη φορά δούλευα. Και οι τρεις τους όμως μια χαρά με στήριζαν. Ακόμα και ο Διαμαντής, που δεν με ήξερε κι από χθες. Απλά αυτός ήταν λίγο ιδιαίτερος. Έδειχνε πάντα αδιάφορος. Τα είχε όλα εύκολα. Ακόμα και τους δυο-τρεις τόνους πάνω στη φωνή μου. Και είχε και δίκιο ο άτιμος! Έπινε πάντα από το πλαστικό μπουκαλάκι, για το οποίο χρειάστηκα 3-4 πρόβες ώστε να καταλάβω πως αντί για νερό είχε τσίπουρο. Το «φάρμακο» όπως έλεγε. Είτε η πρόβα ήταν πρωί, είτε βράδυ, ο Διαμαντής έπινε από το «φάρμακό». Άλλες φορές ευδιάθετος άλλες αμίλητος, τις περισσότερος με μια βαθιά, υγρή μελαγχολία στα μάτια και μια χλομιασμένη κούραση στο πρόσωπό του. Δεν ήξερα πώς να νιώσω γι αυτόν.

Η μέρα της συναυλίας έφτασε. Μέσα στον ήλιο η πόλη και απέναντι από την πλατεία η θάλασσα να λαμπιρίζει κάνοντας κόντρα με τα λαμπιόνια στις κολώνες και στα δέντρα γύρω στα πεζοδρόμια. Όλος ο κόσμος πήγαινε κι ερχόταν με σκούφους, κασκόλ και πολύχρωμες σακούλες στα χέρια. Πιτσιρίκια με στριφογυριστά γλειφιτζούρια κοντοστέκονταν μπροστά στα τεράστια ηχεία, μια κοιτούσαν αυτά, μια το καρουζέλ τραβώντας τα παλτά της μαμάς τους: «Μαμά!!! Να κάνω?» Έφτασα στην πλατεία με διάθεση υπέροχη. Άγχος, ανασφάλεια μηδέν. Με είχε τόσο συνεπάρει η ατμόσφαιρα, η ζεστασιά και η λαμπρότητα του ήλιου εκείνη την παγωμένη μέρα. Παραμονή Χριστουγέννων, 12 το μεσημέρι. Πλησιάζω, ήταν όλοι εκεί, μουσικοί, ηχολήπτης. Και ο Διαμαντής με ένα χαμόγελο να σκάει μύτη από το κόκκινο κασκόλ του, δειλά, πάντα υπό την ήρεμη επίδραση του «φαρμάκου». Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα να χαμογελάει συνεχώς! Ξεκινήσαμε, τελειώσαμε, ο Διαμαντής χαμογελούσε. Το ίδιο κι εγώ, το κόκκινο καπέλο μου, το κόκκινο κασκόλ του…Το ευχαριστηθήκαμε όλοι! Πόσες φορές θα μου δοθεί η ευκαιρία να τραγουδήσω μπροστά στην αστραφτερή θάλασσα παραμονή Χριστουγέννων?

Σύντομα, μετά ένα μήνα σχεδόν βρεθήκαμε ξανά οι τέσσερις να παίζουμε σε κλειστό χώρο αυτή τη φορά. Αγαπημένος χώρος. Και πήγαν όλα πολύ καλά. Αλλά εκείνο το βράδυ ο Διαμαντής δεν χαμογελούσε. Σχεδόν δεν μας μιλούσε. Και το κόκκινο κασκόλ δεν το φορούσε. Εκείνο λοιπόν το βράδυ κατάλαβα πραγματικά τι ένιωθα γι αυτόν. Ένιωθα έναν ακατανόητο πόνο. Κι ένα φόβο όχι για τον ίδιον απέναντί μου αλλά για τη ζωή απέναντι σ’ αυτόν. Παρατήρησα πως ακόμα κι εκεί, στο μπαρ με την τεράστια ποικιλία «φαρμάκων», εκείνος προτιμούσε το δικό του, στο πλαστικό μπουκαλάκι εμφιαλωμένου. Περίμενα μέχρι τα μισά του προγράμματος, γύριζα και τον κοιτούσα μήπως κάτι είχε αλλάξει. Τίποτα. Κι αφού τελειώσαμε με όλα, τις κουβεντούλες με τον κόσμο, τα «που χάθηκες» και «πότε θα ξαναπαίξετε», ο Διαμαντής πήρε τα τσιγάρα και το πλαστικό του μπουκάλι, μας χαιρέτισε σχεδόν ανέκφραστα και έφυγε. Μετά από μέρες που έβαλα να ακούσω υλικό από πρόβες, ήρθαν όλα στο μυαλό μου. Οι κουβέντες που κάναμε για τις συνεργασίες του, τα καλαμπούρια για τις διάφορες καλλιτεχνικές «περσόνες» του παρελθόντος του, για την μητέρα του, τη γυναίκα του, τα αυτοκίνητο που είχε και έγινε βίδες μια φορά Αθήνα-Καβάλα. Μου ήρθαν στο μυαλό οι κόντρες και οι διαφωνίες μας. Η τρεμούλα και ο εκνευρισμός που μου δημιουργούσε χωρίς να το καταλαβαίνει κάθε φορά που έλεγε: «έλα μωρέ, σιγά, μια χαρά θα βγει το κομμάτι, σχεδόν έτοιμο είναι», ενώ το κομμάτι έβγαινε χάλια. Ο θαυμασμός που ένιωθα όταν ζωγράφιζε πάνω στο κλαβιέ του και όλες οι μελωδίες έμοιαζαν γι αυτόν τόσο οικίες και γνώριμες λες και ήταν συνθέσεις δικές του.

Χαθήκαμε από τότε. Τον σκεφτόμουν αραιά. Έμαθα πως είχε επιστρέψει στην Αθήνα για κάποιους μήνες. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος. Ακριβώς ένας χρόνος από την πρώτη φορά που παίξαμε μαζί με τον Διαμαντή και ένα απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Σάββας, φίλος μουσικός κι αυτός. «Έχω ένα νέο για κάποιον γνωστό σου…φίλο σου…δεν ξέρω. Δυσάρεστο δυστυχώς.» Πάγωσα αλλά δεν πήγε το μυαλό μου. Κι όταν το άκουσα η παγωμάρα έγινε κάψιμο στα μάγουλα και το λαιμό μου που κατέβηκε γρήγορα προς τα κάτω, έφτασε στα χέρια μου και τα μούδιασε. Έκλεισα το τηλέφωνο. Ο Διαμαντής δεν ξύπνησε από χθες το βράδυ. Έτσι απλά, δεν ξύπνησε. Έφυγε στον ύπνό του μου είπαν. Και ήταν 20 Δεκεμβρίου του 2007. Τρία χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση, δύο χρόνια από τώρα.

Διαμαντή, συγγνώμη ρε φίλε αν σε είχα κουράσει με την ανασφάλειά μου και το ψείρισμα της κάθε νότας, του κάθε μέτρου. Ήταν βλακεία μου. Εσύ είχες μάθει έτσι, εγώ αλλιώς. Και πάλι καλά τα καταφέραμε όμως! Και δεν μας το ‘χα! Βλέπω συχνά εκείνη την πρόσφατη φωτογραφίας σου σε κάποιο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα. Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω, νομίζω όμως πως ξέρω σε ποιο μπαλκόνι ήσουν…Άλλη όμως είναι η αγαπημένη μου φωτογραφία. Αυτή που έχεις εκείνο το μισό σου χαμόγελο. Ήταν μισό -όπως πάντα- αλλά τέτοιο που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.




Στο πιανίστα, φίλο Διαμαντή Σιμίτα που δεν προλάβαμε να κάνουμε όσα είχαμε σκεφτεί…

5 Σχολίασαν:

theorema είπε...

Wow! Ήθελε πολλά κότσια για να το γράψεις αυτό το κομμάτι, κουκουβάου.
Με άφησες με ανοιχτό στόμα, κανονικά.
Πάντα με έμπνευση και κουράγια, σοφό πουλί!

ΚουκουΒάγια είπε...

theorema,

κότσια? Δεν νομίζω.
Να 'ταν έτσι τα κότσια!

Χαιρετισμούς από το κλαδί.
Κουκου

Ίωνας Πολιτάκης είπε...

Γειά σου ρε δασκάλα.
Κάθε που σε διαβάζω μαθαίνω.

fani είπε...

..."Ξεχνας" λενε..χα..

ΚουκουΒάγια είπε...

Ας τους να λένε ;-)